Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Δημοσίευμα γιά το Νούρο

Στο λογοτεχνικό περιοδικό "οδός Πανός", (τχ. 140, απρίλιος-ιούνιος 2008, 10.00 euro), σελ.225-236, υπάρχει δημοσιευμένο το κείμενο "Το σκοτάδι στη φωνή" του Κώστα Λαδόπουλου, μιά ανέκδοτη ως τώρα φωτογραφία του Κ. Νούρου, ένα σύντομο βιογραφικό και δισκογραφία από τον Πάνο Σαββόπουλο

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2008

Λίγα ψιλά περί "ομοφυλοφιλίας" μέσα στη "μαγκιά"...

Οι λεπτομέρειες... Στόχος με αυτό το μικρό γραφτό είναι η επισήμανση κάποιων ειδοποιών διαφορών ανάμεσα στην ομοφυλοφιλία όπως την εννοούμε σήμερα και κάποιες σχέσεις μεταξύ αντρών στην εποχή του ρεμπέτικου. ΕΙΧΑΝ, ΑΡΑΓΕ, ΟΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ ΜΙΑ "ΑΛΛΗ" ΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ; Oι Μικρασιάτες ήταν Έλληνες, με ότι αυτό συνεπάγεται. Δεν ήταν από άλλο πλανήτη, ήταν από "απέναντι", με την ίδια έννοια που τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου βρίσκονται απέναντι από το βασικό κορμό της Παλιάς Ελλάδας. Ανάπνεαν μονάχα τον αέρα της Ανατολής και η Ανατολή είχε και έχει κάποιες διαφοροποιημένες αντιλήψεις πάνω σε διάφορα θέματα. Ένας άντρας που περπατάει στο δρόμο κρατώντας απ' το χέρι έναν άλλο άντρα, δε προκαλεί τις ίδιες φοβικές αντιδράσεις που υπάρχουν στη δική μας κοινωνία. Ας μείνουμε εδώ γιατί είναι μεγάλη και πολυδιάστατη κουβέντα. Ας το επεξεργαστεί ο/η καθένας/μιά όπως τον/τη βολεύει. Στο τραγούδι "O ψύλλος" (1932) Σ. Παντελίδη/με Ρίτα Αμπατζή (Columbia DG 277), έτυχε να είναι παρών ο Νούρος στη διάρκεια της ηχοληψίας, περιμένοντας προφανώς τη σειρά του να γράψει. Στο τέλος του τραγουδιού χαιρετάει την Αμπατζή. "Γειά σου, ρε Ρίτα!" της φωνάζει κι εκείνη, πάντα έτοιμη κι ευγενική, "γειά σου, Νούρε μου!" του ανταποδίδει. Η φωνή του Νούρου είναι η φωνή ενός άντρα μάγκα - όχι με τη χυδαία έννοια που πλασσάρεται σήμερα, όπου και η γεύση από τα πατατάκια που μασουλάμε χαρακτηρίζεται σα "μαγκιά", από τους νερόβραστους που γράφουν κείμενα γιά τηλεοπτικές διαφημίσεις. Εννοώ μάγκας, με την έννοια που μιά γυναίκα, στο blog http://romantikh.pblogs.gr/2006/08/18445.html Oι ψιλοσυζητήσεις στα διάφορα forum όπου πετιούνται διάφορα του στιλ "Ο Νούρος ήταν gay" και άλλες παπαρδέλες, είναι πρόβλημα των σημερινών που νομίζουν ότι οι άνθρωποι ήταν πάντα οι ίδιοι. Οι σχέσεις μεταξύ ώριμων και νέων ανδρών στην ελληνική αρχαιότητα, ο τρόπος της Ανατολής και το καρναβάλι της ομοφυλοφιλίας μέσα σε διάφορους κύκλους του σήμερα, είναι τελείως διαφορετικά πράγματα μεταξύ τους. Τα υπόλοιπα είναι γιά να γαργαλιόμαστε... Όλ' αυτά δεν είναι προσπάθεια να μη "λεκιαστεί" μιά παλιά μορφή του τραγουδιού, δεν είναι μυθοποίηση, ούτε φανατισμός. Είναι ένα πάντα επίκαιρο ερώτημα σεβασμού απέναντι σε ανθρώπους που είδαν και πέρασαν πολλά. Είναι ένας παραπλήσιος, τηρουμένων των αναλογιών, σεβασμός μ΄αυτό που μπορεί να νιώσει κανείς απέναντι σ' ένα ηθοποιό σα τον Jack Nicholson, τύπο αμερικανού "μάγκα" που έχει περάσει με νύχια και με δόντια μέσ' απ' τη ζωή για να φτάσει εκεί που έφτασε. Εμείς έχουμε το... http://www.espressonews.gr/files/ArticlePhotos/20070907/thumbs/sakis2_494x320.jpg (συνεχίζεται)

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008



Το σκοτάδι στη φωνή...(1)





(Το μεγαλύτερο μέρος του παρακάτω κειμένου, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Οδός Πανός" (Mάρτιος 08)


Ο υγρός ήχος "Νούρος" τριγύριζε στο μυαλό μου τον τελευταίο καιρό. Προσπαθούσα να βρω, από ποιά γλώσσα προέρχεται. Στα τούρκικα λεξικά δε την έβρισκα, ούτε στα ισπανικά. Ρώτησα μιά Αργεντίνα, τίποτα. Έλεγα, μήπως είχε κάποια σχέση με το γαλλικό noir(μαύρο). Δε μπορούσα να βρω άκρη. Τελείως τυχαία, βρέθηκε μπροστά μου μιά Σύρια που ερχόταν απ' την Τουρκία. Διάνα! Νuro στα συριακά σημαίνει φωτιά. (Αργότερα βρήκα ότι στην ποντιακή διάλεκτο σημαίνει ουρά, μίσχος).


 Σαν από ένστικτο, περίμενα κάτι τέτοιο, γιατί απ' τη "μαύρη", τη βελούδινη φωνή αυτού του ανθρώπου βγαίνει μιά καφτερή πνοή που δε σε τσουρουφλίζει, αλλά σε χαϊδεύει με φλόγες που δε σε κάβουν. Είχε μιά φωνή "εσωτερική" ο Νούρος, όχι "εξωτερική" σαν, ας πούμε, ο Βαγγελάκης Σωφρονίου. Σε εκστασιάζει, χωρίς να σε τραβάει στον ουρανό, όπως ο Νταλκάς ή ο Στράτος ο Παγιουμτζής. Δε σου κομματιάζει την καρδιά, όπως ο Μήτσος ο Ατραϊδης, σε τραβάει όμως σε χώρους μισοσκότεινους, μελαγχολικούς, μυστηριακούς, μοναστικούς. Σε μαλακώνει, σε ρίχνει σε πουπουλένιες μαξιλάρες, σηκώνει γύρω σου καπνούς ευωδιαστούς, σε φωσφορικά χρώματα. Η φωνή του Νούρου είχε duende*


. Το duende του όμως δεν ήταν γοτθικός δαίμονας, ήταν ένα μικρασιάτικο duende που είχε χρώμα μαβί, σα το εσωτερικό του κέλυφους μιάς ιδιαίτερης κατηγορίας κοχυλιών. Ώρες-ώρες όμως άλλαζε κι έπαιρνε μιά ανθρακιά, στιλπνή και μεταλλική επιφάνεια, σαν αυτή των στρειδιών, με φολίδες που σύριζαν, λες κι η καθεμιά απ' αυτές είχε τη δική της ζωή. Ήταν ηφαιστειακό το duende του αλλά με εσωτερική δράση. Παθιασμένο, αλλά τυλιγμένο μ΄ένα πέπλο ήρεμης, γρανιτένιας, παλιάς ελληνικής αξιοπρέπειας... (συνεχίζεται)





Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2008

Το σκοτάδι στη φωνή... (2)

Ήταν αγκιστρωμένο πάνω του αυτό το μακρουλό σα χέλι dunende, απ' τη μέσα μεριά του παλτού του, και τον έσπρωχνε σε αντρικές αγκαλιές. Τον τύλιγε μ' εκείνη την ακαθόριστη κι ανικανοποίητη μελαγχολία, αυτή που δε φανερώνει ποτέ αν, πραγματικά, σ' αγάπησαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που περπάτησαν στο πλάι σου, που φωτογραφήθηκαν, που κοιμήθηκαν μαζί σου, ή αν το κάναν γιά άλλους, σκοτεινούς λόγους. Αυτή η μελαγχολία που σε περνάει μέσα απ' το τοπίο της ζωής και σε φτάνει ως τα γεράματα, κρατώντας σε μισοβυθισμένο σε θάλασσες ερωτηματικών και αβέβαιων αναμνήσεων. Τον πέρασε αυτή η μελαγχολία μέσα απ' τα φώτα των νυχτών που πάνω τους είχαν γαντζωθεί ψυχές που μεράκλωναν από τους μαύρους, τους κυματιστούς ήχους που βγαίναν απ' το στόμα του. Γιατί ανέβαινε και κατέβαινε η φωνή του, σα να τη φυσούσε άνεμος που ερχόταν απ' τα σωθικά, με δίπλες και τρεμουλιάσματα απ' τ' ανοιγοκλεισίματα της κάτω σιαγόνας... ΥΓ. Χωρίς να θέλω ν΄αρχίσω να φαντάζομαι γιά τον άνθρωπο που στέκεται πλάι στο Νούρο πέστε μου, θα εμπιστευόσαστε ποτέ μιά τέτοια φυσιογνωμία;

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2008

Το σκοτάδι στη φωνή... (3)

O Νούρος ήταν αυτό που ήταν και όλοι κάτι καλό είχαν να πουν γι αυτόν. Ήταν καλόκαρδος. Και στις φωτογραφίες του τις λιγοστές, σοβαρός, μυστηριακός και αποτραβηγμένος φαντάζει. Ίσως αυτοί/ές που τον γνώρισαν να μη συμφωνούν. Κάτι όμως υπάρχει στο βλέμμα του που μου τα λέει αυτά...

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2008

Το σκοτάδι στη φωνή... (4)

O "δράστης" Στελλάκης Περπινιάδης
  1. Στο τέλειωμα του "Ταμπαχανιώτικου Μανέ"(1931) στριφογυρίζει τη φωνή του, σκοτεινιάζοντας με σωρείτες ζήλειας την καρδιά του μαγικού, αλλά εγωιστή, Στελλάκη Περπινιάδη που ήταν παρών στην ηχοληψία. Άνοιξε το στόμα του αυτός ο μεγάλος τραγουδιστής κι αμόλησε ένα ξερό, παγωμένο και κενό από συναισθήματα, "να πεθάνεις, πούστη!"
http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Tampahaniwtiko%201931.mp3
  1. Το duende και το καθοδηγούμενό του δεν ενώνονται σε μιά, αλλά παραμένουν, σε συμβιωτική σχέση, δυό οντότητες. Το duende διαλέγει σε ποιόν/ά θα πάει και πόσο θα παραμείνει εκεί, φωτίζοντας και βασανίζοντας. Το καθοδηγούμενο είναι ο άνθρωπος, παναπεί φτερό στον άνεμο που παρασύρεται, μπερδεύεται, πελαγοδρομεί. Το duende έχει μιά παγωμένη υπόσταση. Μέσα του είναι ζυγισμένες, παγιωμένες και ισορροπημένες οι έννοιες του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου. Το duende δε χαϊδεύει ποτέ, μόνο θυμώνει.
  1. Ο Νούρος μπορεί να το πήρε ελαφριά το σχόλιο του Στελλάκη (το βάθος της καρδούλας του μόνο τό'ξερε) αλλά το dunede δε χαρίζει κάστανα. Μελάνιασε, σήκωσε μανιασμένο τις φολίδες του αλλά, με μιάς, η οργή του εξαερώθηκε. Πήρε πάλι το μαβί του κοχυλιού, έκανε το Νούρο να χαμογελάσει και ν' απαντήσει μ' ένα ανέμελλο "γειά σου Πιπί μου...ου (ή πιπί μου...ου).
  1. O Στελλάκης δεν είχε duende, κατά τη γνώμη μου. Ήταν μερακλής, έξυπνος, είχε σπουδαία φωνή και ήξερε πως να παιχνιδίζει μαζί της, είχε άψογη τεχνική και κουβαλούσε μιά μακριά παράδοση στο θώρακά του. Duende είχε, πάλι κατά τη γνώμη μου, ο Μήτσος ο Ατραϊδης, οι δυό έξοχοι και παραγνωρισμένοι Παντελίδης και Χρυσαφάκης, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Βαγγέλης Παπάζογλου, ο Μάρκος, ο Τσιτσάνης.
Το ζύγισμα του Στελλάκη είναι, μάλλον, μοναδικό στα ρεμπέτικα. Το ρήμα πεθαίνω έχει, τουλάχιστο, δυό έννοιες. Σημαίνει και αναστατώνω ερωτικά ( "με πέθανες, με τρέλανες με τα καμώματά σου"). Όταν λέμε όμως "να πεθάνεις", σήμερα τουλάχιστο, σημαίνει αυτό που όλοι μας καταλαβαίνουμε. Έχει όμως χρησιμοποιηθεί ξανά σε στίχους ( "να πεθάνεις με τα νάζια που μου κάνεις, δε πεθαίνω, δε πεθαίνω και στο μάτι σου γυαλί καρφί θα μπαίνω"), αλλά σαν ερωτικό παιχνίδισμα. Σα τσάκισμα το ξανασυναντάμε στο τρ. του Π. Τούντα "Μόρτισσα κακιά", πάλι με το Νούρο, όπου ακούγεται το "να πεθάνεις, μόρτικο, που μ' έκανες... (η λέξη δεν ακούγεται καθαρά). Κι εδώ όμως έχει ερωτικό περιεχόμενο και ο τρόπος που εκφέρεται είναι ο γνωστός, μαλακός και τρυφερός των τσακισμάτων. Η φωνή του Στελλάκη αντίθετα είναι ξερή και παγωμένη. Το μόνο "ελαφρυντικό", ότι ο Στελλάκης έβγαινε ψυχρός τις ελάχιστες φορές που έκανε πρόζα σε δίσκους. Ένα τέτοιο παράδειγμα έχουμε στο τρ. του Βαγγέλη Παπάζογλου "Η φωνή του αργιλέ", ή "Πέντε χρόνια δικασμένος". Εκεί, αντίθετα με τον βαρυμαγκίτικο, ανθρώπινο, εφευρετικό και με σουρεαλιστική διάθεση ( "Τί ήθελες να κρατώ, κανένα υπερωκεάνειο;") τόνο του Παπάζογλου-που έχει γράψει το διάλογο και τους στίχους, ο Περπινιάδης ακούγεται ψυχρός και ανέκφραστος. Κάτι ακόμα που μπορούμε να θυμηθούμε είναι ότι ο Στελλάκης έχει γράψει τους στίχους και συνθέσει(;) το τρ. "Ο ρεμπέτης" (1934), όπου υπάρχει το "ο ρεμπέτης είναι μάγκας και παιδί μερακλαντάν και απέχει παρασάγγας απ' τ' αγόρια ντιγκι-νταν". Δίνεται ένα σήμα στάσης, αν και μάλλον στρέφεται συλλήβδην προς όλους εκείνους τους φασουλόμαγκες που είχαν αρχίσει να ντύνονται πιό "ευρωπαϊκά"...
  1. To να "πεθάνεις, πούστη!", περιέχει ένα ζευγάρι λέξεων που βραχυκυκλώνονται μεταξύ τους. Πρέπει όμως να το δούμε με δύο διαφορετικές ματιές, τη "ματιά του τότε" και τη "ματιά του σήμερα". Μέσα απ' την οπτική γωνία της πρώτης, παίρνουμε υπόψη ότι η έννοια του θανάτου, στη δεκαετία του ΄30, ήταν διαφορετική από τη σημερινή, γιά λόγους που καταλαβαίνουμε. Η γενικότερη αντρική πλάκα και οι κώδικες της ρεμπέτικης πιάτσας παίζαν μ΄αυτές τις λέξεις και δε τις παίρναν στα σοβαρά. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η φράση "να σε θάψω" που υπήρχε παλιότερα και εξακολουθεί να αναπνέει ως τις μέρες μας. Λέγεται με κάποια χιουμοριστική διάθεση, όταν θέλουμε να πείσουμε ότι, πράγματι, εννοούμε κάτι, ότι λέμε την αλήθεια. Μέσα απ' την οπτική γωνία του σήμερα, όσο κι αν πολλές παλιότερες φράσεις εξακολουθούν να επιζούν, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ένας μέσος "δυτικός άνθρωπος" που προσέχει τον εαυτό του, τροφοδοτώντας τον με προσεγμένο φαγητό, βιταμίνες κτρ., διαφέρει ολοκληρωτικά από έναν αντίστοιχο που ζει σε καθεστώτα πολέμων, φτώχειας, καθημερινών κοντινών θανάτων. Ο πρώτος, αδυνατεί να καταλάβει. Έχει ξεχάσει και, στην καλύτερη περίπτωση, λυπάται. Ο ενσωματωμένος μηχανισμός της ζωής κάνει το παν δυνατό για να διατηρηθεί, να επιβιώσει. Οι επίκτητες εγκεφαλικές διεργασίες όμως, μπορούν να επηρρεάσουν και να μειώσουν τις αντιστάσεις στο θάνατο. Ο νέος μουσουλμάνος που ζώνεται με εκρηκτικές ύλες, οι Ιρακινοί (του 2007) που δε ξέρουν αν θα γυρίσουν τα παιδιά τους ζωντανά απ' το σχολείο, αλλά κι εμείς ακόμα στην Ελλάδα που αγνοούμε αν θα επιστρέψουμε ακέραιοι από μιά εκδρομή με αυτοκίνητο, έχουμε κοντινότερη σχέση με το θάνατο. Τον νιώθουμε να φτερουγίζει πάνω απ' το κεφάλι μας, αλλά δεν αγχωνόμαστε απ' αυτό.
  1. Όταν ο Στελλάκης Περπινιάδης αμολάει το "να πεθάνεις, πούστη!", με τη ματιά του σήμερα ακούγεται αιχμηρό, ιδιαίτερα στους αμύητους. Μπορεί να το ερμηνεύσει κανείς σα κακία ή ζήλεια γιά τη φωνή του Νούρου. Αυτοί οι δυό ήταν "φίλοι" και ο Στελλάκης εκτιμούσε το Νούρο και τον θαύμαζε. Τη στιγμή όμως εκείνη ρίχνει ένα βέλος στην αχίλλειο πτέρνα. Αγνοώ αν η λέξη "πούστης" χρησιμοποιούνταν τη δεκαετία του '30 όπως και σήμερα, γιά να χαρακτηρίσει δηλαδή και τον άνθρωπο τον ικανό. Αν ναι, μέσα στα παλίσια της εποχής, μπορεί να εξισωθεί με τα αντίστοιχα "να ζήσεις", "να χαρώ το στόμα σου" κλπ. Να βιωθεί δηλαδή σα ν εκδήλωση θαυμασμού. Πιό εύκολα αναφνώσιμο θα ήταν αν είχε πει, "μας πεθαίνεις, πούστη!", παίρνοντας υπόψη ότι το ουσ. πούστης , ακόμα και σήμερα, κινείται με άνεση ανάμεσα σε δυό διαμετρικά αντίθετα άκρα. Από βρισιά ως θαυμασμό γιά καπατσωσύνη και εξυπνάδα(...). Ωστόσο, επιμένω και είμαι απόλυτος στο ότι η ανθρώπινη φύση, άσχετα από εποχές και κουλτούρες, χαρακτηρίζεται από κάποιες σταθερές. Η έννοια της λέξης πούστης είναι φοβική, κουβαλάει ένα στίγμα και ο στιγματισμός δεν αρέσει σε κανέναν, άσχετα του τι δείχνει και πως αντιδρά. Έτσι, αν το τσάκισμα μπορεί να κουβαλάει ΚΑΙ θετικά νοήματα, δημιουργεί αρνητικές εντάσεις που όμως, διόλου δεν είναι σίγουρο ότι ο Στελλάκης εννοούσε, στο σύνολό τους.
  1. Είχε συμβεί κάτι παρόμοιο, τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Στο παραδοσιακό "Αλή Πασάς" (1927), ο Νούρος το τραγούδησε με την ίδια άνεση που πάντα τον διέκρινε. Όταν πήγαινε να τελειώσει το τραγούδι, κάποιος του φώναξε: "γειά σου Νούρο, γειά σου... με το βιολιτζή σου τ' Ογδοντάκι... να τον περιμένεις παρακάτω!". Ο Ογδοντάκης, παλιός του φίλος, έπαιζε το βιολί, ως συνήθως. Να ήταν εκείνος που το είπε; Θα μου φαινόταν παράξενο. Όλοι οι χαιρετισμοί του Γ. Δραγάτση(Ογδοντάκη) απέναντι στο Νούρο, σε άλλα τραγούδια, είναι πάντα ζεστοί και φιλικοί. Ο Νούρος πάντως, 35 χρονώ τότε, αργοπορεί λίγο, σα να του ήρθε ο αστεϊσμός απότομα στο κεφάλι, σα να ψάχνει το τι θ' απαντήσει και μετά λέει, ανόρεχτα: "γειά σου, με το δ...οξάρι σου...", απευθυνόμενος στον Ογδοντάκη, σα νά'ταν εκείνος που αστειεύτηκε.

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Ali%20Pasa%201927.mp3

  1. Τελειώνοντας με το "τότε", και γιά να είμαι δίκαιος απέναντι στο Στελλάκη Περπινιάδη, θα πρέπει να προσθέσω ότι η προστακτική του ρ. πεθαίνω συναντιέται μιά ακόμα φορά στο τρ. του Δ. Σέμση (Σαλονικιού) "Σμυρνιά καμωματού" "(1928), όπου ο χυμώδης και "έξω καρδιά" Α. Διαμαντίδης (Νταλγκάς) αμολάει ένα "να πεθάντε, Σμυρνιές!". Πρόκειται βέβαια γιά ένα σαφέστατο κοπλιμέντο στον ερωτισμό και τα καμώματα των Σμυρνιών γυναικών. Ωστόσο, τίποτα δε με πείθει ότι στο δίκοπο κοπλιμέντο του Στελλάκη απέναντι στο Νούρο, δεν υπήρχαν σωρείτες ζήλειες...
  1. Οι περισσότεροι θα θεωρήσουν όλ' αυτά σα περισσές και υπερβολικές ευαισθησίες, ακόμα και σχολαστικισμό. Υπάρχει η άποψη - και για νά'μαστε δίκαιοι, πολλές φορές η πραγματικότητα την πιστοποιεί- πως οι ομοφυλόφιλοι "αρέσκονται" σ΄αυτά τα χοντρά λεκτικά παιχνίδια/πειράγματα. Η φοβική πιάτσα τους βλέπει σα διασκεδαστικά πρόσωπα και τους πειράζει "γιά να περάσ' η ώρα" (που σημαίνει, να περάσει ο καιρός, να φτάσουμε γρηγορότερα στον τάφο...). Αυτοί πάντως που διασκεδάζουν μ' αυτή την πλάκα, ανήκουν στην ίδια συνομοταξία μ' αυτούς που τη μπαίναν στον Αναστάσιο Κωνσταντινίδη ή Κωνσταντινουδάκη ή Τσαμ Τσομ Τσίμπλερ, παλιό μπεχλιβάνη των δρόμων. Είχα την τύχη να προλάβω να δω αυτό τον άνθρωπο, εν δράσει, στο Μοναστηράκι στη δεκαετία του '50, όπου με πήγαινε ο πατέρας μου. Ο Τσαμ Τσομ Τσίμπλερ έκανε παραπλήσια "κατορθώματα" μ΄αυτά του Τζίμη του Τίγρη και του Σαμψών Κισκιλίδη, κατοπινότερων μπεχλιβάνηδων. Σφιγγόταν, τανιόταν, μούγκριζε και κάθε τόσο "φραπ", του'ρχ'οταν μιά ώριμη ντομάτα ή ένα αυγό στο κεφάλι. Τον θυμάμαι, σα νά'ταν τώρα, που στάθηκε, κοίταξε γύρω του και είπε με παράπονο: - Γιατί ξηγιέστε έτσι, ρε παιδιά; Επειδή παλεύω γιά μιά φασουλάδα; H απάντηση ήταν, δύο ντομάτες... Σα νά'ταν φάντασμα από τα περασμένα, τον ξανάειδα αυτό τον άνθρωπο, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '70, να κάνει το λούστρο μπροστά από το σταθμό του Θησείου στην Αθήνα. Όταν ρώτησα το μακαρίτη τον Τζίμη τον Τίγρη (ένα καλότατο ανθρωπάκι που έπαιζε και πολύ όμορφα φυσαρμόνικα) μου είπε πως, "του τη βάρεσε να ξαναβγεί στους δρόμους να παλέψει, σε μεγάλη ηλικία, γιατί δε το άντεχε το κασελάκι. Οι δικοί του ντράπηκαν και τον έκλεισαν στο Δαφνί!"
  1. Όταν ο Διονύσης Σαβόπουλος παρουσίασε τον Τζίμη τον Τίγρη στο "Κύτταρο" της οδού Χέϋδεν, είπε πως οι άνθρωποι αυτοί αποθεώνονται μέσα απ' τη γελοιοποίησή τους (...) Είναι κι αυτό ένα κομμμάτι αυτού που ονομάζουμε "ελληνικότητα"...
  1. Ξαναγυρίζοντας στο Νούρο και το duende, έχει τραγουδήσει το "Σαμπάχ Μανέ" με τους παρακάτω δικούς του(;) στίχους:
Ποιός έχει μαύρη την καρδιά να γίνουμε συντρόφοι, να περπατούμε σ' ερημιές, να μη θωρούμ' ανθρώποι... http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Sabah%20manes.mp3 Σ΄αυτούς που τους έχει κάτσει το duende δεν υπάρχει διασκέδαση. Το duende φροντίζει να "γεννήσει τον πόνο μες το δράμα κι ετοιμάζει τη σκάλα της φυγής απ' την πραγματικότητα", είχε πει ο F.G.Lorca το 1930. Μάταια θα ψάξουν γιά διασκέδαση οι "κουρντισμένοι", οι "καλλωδιωμένοι" άνθρωποι, αυτοί που θένε να "περάσουν την ώρα" τους. O δικός μας ο Βασίλης Τσιτσάνης, λέει σ' ένα στίχο του τρ. "Τσιγγάνε, σπάσε το βιολί" (1949): Δεν ήρθ' απόψε εδώ εγώ γιά να γλεντήσω, ήρθα μονάχα να παρηγορηθώ... Όταν ο Τσιτσάνης, τα τελευταία χρόνια, με το duende να μετράει τις χάντρες του θανάτου του, αμολούσε το "άλα, αλάνια", ο ίδιος ήταν κάπου αλλού. Οι πελάτες μπροστά του χόρευαν άδειους ζεϊμπέκικους κι εκείνος έπαιζε, αλλά ήταν κάπου αλλού. Οι γέφυρες είχαν πλέον κοπεί και τα φύλλα είχαν αναχωρήσει απ' τα δέντρα... * duende: (New Oxford Dictionary) 1. φάντασμα, κακό πνεύμα/ 2. έμπνευση, μαγεία, φωτιά (Random House Dictionary) 1. δαιμόνιο, πνεύμα/ 2. γοητεία, μαγνητισμός "... έτσι, το duende είναι μιά δύναμη κι όχι μιά λειτουργία, μιά πάλη κι όχι μιά αφηρημένη έννοια. Άκουσα κάποτε ένα γέρο δεξιοτέχνη της κιθάρας να λέει: "το duende δε φωλιάζει στο λαρύγγι. Ανεβαίνει απ' τις γυμνές πατούσες των ποδιών", που σημαίνει ότι δεν είναι θέμα ικανότητας, μα αληθινή μορφή, αίμα, αρχαία κουλτούρα, στιγμή δημιουργίας". F.G. Lorca Επίλογος Επειδή ΚΑΙ το ρεμπέτικο είναι ένας "ναρκοθετημένος" χώρος όπου, κατά το σύνηθες, οι "ειδικοί" επί του θέματος δεν ανέχονται καινούργιες προσεγγίσεις, θα εξηγήσω κάτι. Εκτίθεμαι στον "κίνδυνο" να μου πουν, "ποιός είσαι 'συ που θα πεις πως ο Στελλάκης δεν είχε αυτό το - πώς το είπες; - duende; Οι παραπάνω εξηγήσεις των δύο εγγλέζικων "εγκεκριμένων" λεξικών προσπαθούν να εξηγήσουν με στεγνές λέξεις κάτι πολυσύνθετο. Επικίνδυνη αλλά πρακτική μέθοδος. Το duende είναι πνεύμα και ένα πνεύμα δε χωράει στο μπουκάλι μιάς ή τριών λέξεων. Ο F.G. Lorca είχε δώσει μιά διάλεξη γιά το θέμα το 1930. Το πλήρες κείμενο υπάρχει στα αγγλικά, στη διεύθυνση http://www.musicpsyche.org/Lorca-Duende.htm. Το σπουδαίο αυτό κείμενο έχει μεταφραστεί επάξια από την Ολυμπία Καράγιωργα και κυκλοφορήσει το 1970 και το 1986, αλλά απ' ότι ξέρω είναι δυσεύρετο. Εκεί μέσα λοιπόν ανέφερε τρεις δυνάμεις που βοηθούν ένα καλλιτέχνη: τον άγγελο, τη μούσα και το duende που είναι ένας δαίμονας. Το πρώτο και το δεύτερο είναι κάτι διαφορετικό. Έτζι εννοούσα όταν έγραψα ότι ο Στελλάκης δε το είχε, αλλά ο Βαγγέλης Παπάζογλου κουβαλούσε ένα φρενιασμένο διάβολο μέσα του, που συνέργησε και στο γρήγορο θάνατό του. Ο Στελλάκης Περπινιάδης, σίγουρος και ικανότατος τραγουδιστής, έφτασε πλήρης ημερών και ικανοποίησης στο τέρμα της ζωής του και άφησε το όνομά του γραμένο με χρυσά γράμματα. Ο Νούρος είναι ο μισός στη σκιά και ακούγεται από λίγους, βαθύτερα μυημένους. Τραγουδούσε δύσκολα πράγματα γιά τα σημερινά αυτιά. Όσοι/ες δε τον πλησιάσουν, χάνουν μιά εμπειρία ζωής...

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2008

Σκόρπια θραύσματα γιά τον Κώστα Νούρο

Ένας και μοναδικός ο λόγος που ανοίγω μιά συλλογή θραυσμάτων γιά τη ζωή αυτού του γλυκού και καλόκαρδου ανθρώπου. Να συνδράμω, στο μέτρο μου, στη σύνδεση διάσπαρτων πληροφοριών, να μαζέψω ότι βρω και να τα σπείρω μέσα στον "κήπο" του. ΓΙ ΑΥΤΟ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΟΣΟΥΣ/ΕΣ ΕΧΟΥΝ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, ΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΕΜΜΕΣΑ, ΓΙ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΝΑ ΣΥΝΔΡΑΜΟΥΝ Σ΄ΑΥΤΟ ΤΟ blog ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ/ΕΣ. Στόχος μου δεν είναι η σύνταξη ενός ξερού βιογραφικού, αλλά η ανάγκη να κοιτάξω/οσμιστώ πίσω απ΄τα στοιχεία, να σκύψω στη μοίρα μιάς σειράς ανθρώπων που μ' ενδιαφέρουν και μιλάν στην ψυχή μου. Το ίδιο προσπαθώ να κάνω γιά το "κλειστό όστρακο", τη Ρίτα την Αμπατζή(βλ. http://www.elkibra-ritaabadzi.blogspot.com/) και έπονται και άλλοι/ες... Μεταφέρω τις πληροφορίες ακριβώς όπως έχουν γραφτεί, χωρίς να τις κρίνω. Όταν πρόκειται γιά περιπτώσεις παλιών που τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του, δεν έχουμε παρά να τις δεχτούμε σα κρίσεις παλιών ανθρώπων, σα κρίσεις από πρώτο χέρι. Σ΄ότι αφορά όλη την υπόλοιπη φιλολογία γιά τους παλιούς, παίρνω απόσταση από τον τρόπο που τους αντιμετωπίζουμε. Το σύντομο γραφτό του Γιώργου Ε. Παπαδάκη (Ελευθεροτυπία, 10/05/2006, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΝΟΥΡΟΣ: ΤΟ ΦΩΝΗΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ: ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΑΛΛΗΡΕΑ) που ξέρει πολύ καλά πότε ανοίγει το καυστικό στόμα του και πότε γράφει, με καλύπτει απόλυτα. Τάσος Σχορέλης, Ρεμπέτικη Ανθολογία, Τόμος Δ, σελ. 390 ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΡΣΕΛΟΣ ή ΝΟΥΡΟΣ. Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1892 και πέθανε στην Κοκκινιά του Πειραιά, μόνος, φτωχός και δυστυχισμένος στις 26-5-72. Από το 1910 ήταν φημισμένος τραγουδιστής στη Σμύρνη. Στην Ελλάδα άφησε εποχή. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες λαϊκούς τραγουδιστές. Έχει τραγουδήσει σε μεγάλο αριθμό δίσκων.Χαρακτηριστικά οι παλιοί διηγούνται πως επειδή τα κέντρα που δούλευε γέμιζαν νωρίς, όσοι πήγαιναν και δε βρίσκανε θέση, καθόντουσαν απ' έξω από το κέντρο γιά να τον ακούσουν. Ήταν βραδιές που έξω από το κέντρο του περίμεναν και πενήντα άμαξες με πελάτες μήπως αδειάσει κανένα τραπέζι.
  1. Τάσος Σχορέλης, Ρεμπέτικη Ανθολογία, Τόμος Γ, σελ. 55 (αποσπάσματα από συζήτηση με την Αγγελική Παπάζογλου)
  1. ...O Κώστας Μαρσέλος ή Νούρος ήταν φημισμένος τραγουδιστής, πριν έρθει εδώ, από τη Σμύρνη. Ήταν παλικάρι και καλό παιδί παρά το ελάττωμά του. Πριν το 1914 τον κυνήγησαν γιατί πούλαγε λαχεία του στόλου στη Σμύρνη. Τότε πήγε και κρύφτηκε στο Κερατοχώρι, γιατί εκεί δεν τόλμαγε να πλησιάσει Τούρκος γιατί θα γινότανε μάχη. Οι τρατάρηδες, βλέπεις, ήταν νταήδες. Οι Τούρκοι δεν πάτησαν ποτέ το χωριό τους. Τον κρύψανε λοιπόν και τον φευγάτησαν στην Ελλάδα. Όταν έφτασε εδώ πήγε στο Άγιο Όρος γιά καλόγερος, αλλά μετά από λίγο έφυγε. Όπως στη Σμύρνη έτσι κι εδώ άφησε εποχή. Μαζί του ο Βαγγέλης (ενν. το Βαγγέλη Παπάζογλου, σύζυγό της) δούλεψε μαζί του πολλές φορές...
  1. "Τα χαϊρια μας εδώ", Γιώργης Παπάζογλου, (διηγήσεις της Αγγελίτσας Παπάζογλου-Μαρονίτου)
Πριν να λευτερωθούμε στη Σμύρνη, που ήτανε το δεκατέσσερω, ο Νούρος λέει ο τραγουδιστής πούλαγε λαχεία του στόλου δικά μας κρυφά. Εσύ, εγώ, τα πουλάγαμε γιά να βοηθιούμαστε οι Έλληνες ο ένας με τον άλλονε. Και τόνε προδώσανε στσί Τούρκοι κι ήφυγε απ' το Κερατοχώρι. Είχανε καϊκια τση γυναίκας του τ' αδέρφια και ψαρεύανε. Ψαράδικα(δεν ήτανε όμως ακόμα γυναίκα του. Ήτανε φίλοι να πούμε οικογενειακοί). Κι αυτοί τόνε μπαρκάρανε. Τόνε ντύσανε γυναίκα, και τόνε μπαρκάρανε και τόνε στείλανε στον Πειραιά, ειδεμή θα τόνε σκοτώνανε οι Τούρκοι όπως και τον Αλέκο με τσί μανσέτες, τα κουμπιά. Άμα ήτανε το φταίξιμο ελληνικό, με κουρματσιές σε σκοτώνανε. Μόλις όμως λευτερωθήκαμε κι ήρθανε οι Έλληνες στη Σμύρνη κι ανοίξανε τα πόρτα, ξανάρθε το παλικάρι πίσω. Κι ύστερα πάλι πρίν γίνει το εικοσιδύο, είχε φύγει απ΄τη Σμύρνη κι είχε έρθει εδώ πιό μπροστά. Ο Νούρος καθούντανε οδός Θεάτρου στον Πειραιά. Πάροδος λεωφόρος Γεωργίου. Εγώ τον έφταξα παντρεμένο εδώ κι είχε κι ένα κοριτσάκι, πού ερχούντανε στο σπίτι μας. Πέθανε το τριανταέξι με καλπάζουσα... Χωρίσανε όμως με τη γυναίκα του. Δεν τον υπόφερνε... Ήτανε καλή μοδίστρα η καημένη... Ερχόταν εδώ και μ' έραβε η Μαρία... Και φάγαμε και ήπιαμε μαζί. Ύστερα παντρεύτηκε έναν χηρεμένο, πούχε αγελάδες στη Βέροια. Νοικοκυράαααα... Νοικοκυρά. Εκείνο τον καιρό που φιόριζε ( = έβγαζε πολλά λεφτά) εδώ ο Νούρος και τον είχε αποκλεισμένο το σκυλάκι, ήτανε του κουμπάρου μου του πιτσιρίκου πού πέθανε, η αδρεφή η μεγάλη η χαμένη. Αυτή είχε φύγει πιό μπροστά απ' την καταστροφή και καθούντανε στην Πόλη. Ήτανε μεγάλη γυναίκα. (Η μάνα του πιτσιρίκου πήρε δυό άντροι, κι ο πιτσιρίκος ήτανε απ' το δεύτερο άντρα). Κι ήτανε αυτή στην Πόλη... κι ήτανε κει... Κι άμα γένηκε η καταστροφή, έχασε την οικογένειά τως... τ' αδέρφια τση... Του πιτσιρίκου η μάνα ήτανε δω, μαζί του, κι είχε χάσει το φως της η γυναίκα... 'ητανε αόμματος. Είχανε χαθεί όλοι. Κανείς δε μπορούσε να βρει άκρη και να μάθει... πουθενά... Είχε χάσει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα... Κι άμα γινήκανε οι πλάκες του Νούρου και πουληθήκανε στην Πόλη και φωνάζανε μέσα: "Γειά σου Νούρο μου...", και ξέρω γω... (αυτή τον ήξερε καλά το Νούρο, γιατί δούλευε λεύτερη μαζί του στο κλωστήριο, που δεν ήτανε τραγουδιστής. Και δουλεύανε μαζί). Κι άμα πήγε λέει στην εταιρεία που πουλάνε τσι πλάκες και ρώτησε και είπε: "Πού θα βρω το Νούρο που τραγουδά;" της δώσανε τη σύσταση. Και το πήρε το γράμμα ο Νούρος και πήγε στου πιτσιρίκου τη μάνα και αλληλογραφούσανε με την κόρη και βρεθήκανε. Γιά σκέψου, ύστερα από τόσα χρόνια, έ; Αυτό έγινε που σου λέω, τριαντατρία-τριαντατέσσερα. Απ' το εικοσιδύο ήτανε χαμένες μάνα και κόρη. Ο Νούρος είχε αδρεφό στο πιό μεγάλο κλωστήριο τση Σμύρνης...
  1. Ρεμπέτικη ιστορία. 1, Κώστα Χατζηδουλή, σελ. 14
(αφήγηση Στελλάκη Περπινιάδη) Υπήρχαν μεγάλοι τραγουδιστές, με πρώτο και καλύτερο τον Κώστα Νούρο που πούλαγε τραγούδι με το δελτίο. Δηλαδή έπρεπε να έχεις πολλά λεφτά γιά να ακούσεις το Νούρο. Όταν δουλεύαμε στου "Μπουκουβάλα", στο Πασαλιμάνι, το 1930, επειδή το μαγαζί ήταν γεμάτο από κόσμο, έφταναν με τις άμαξες και καθόντουσαν έξω και ΄κει τους σερβίριζαν τα γκαρσόνια. Και αυτά, μόνο και μόνο γιά να ακούσουνε το Νούρο. Ήταν μεγάλος καλλιτέχνης, υπέροχος τραγουδιστής και ανεπανάληπτος άνθρωπος
  1. από το (ανέκδοτο ακόμα) βιβλίο "Ρεμπέτικο, Το Τραγούδι των Ελλήνων" (Θέσια Παναγιώτου-Κώστας Φέρρης) Γεννήθηκε στο Νταραγάτσι της Σμύρνης το 1892. Ο πατέρας του κατάγονταν από τα Κύθηρα κι η μητέρα του από τη Σύρα. Δύο μόλις χρονών χάνει τη μητέρα του και τον μεγαλώνει η γειτόνισσα καντηλανάφτισσα του νεκροταφείου της περιοχής. Από παιδάκι ψέλνει αξιοθαύμαστα. Μετά το Δημοτικό βγαίνει στη βιοπάλη και δουλεύει εργάτης σε διάφορα εργοστάσια, έως ότου πάει στο Άγιον Όρος στη Μονή Βατοπεδίου γιά να μονάσει. Δεμ αντέχει όμως κι επιστρέφει στη Σμύρνη γιά να γίνει τραγουδιστής όπως τον παρότρυναν πάντα οι φίλοι του. Με την πρώτη του εμφάνιση σε κέντρο καταπλήσσει και συγκινεί τους πάντες γύρω του. Πολύ σύντομα η φήμη του ξεπερνά τις γειτονιές και ξαπλώνεται σ' όλη τη Μικρά Ασία όπου υπήρχε Ελληνισμός. Ήταν το αηδόνι που τους μάγευε, "Το αηδόνι της Σμύρνης". Όταν η Τουρκία μπήκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και επειδή κλείναν τα κέντρα της Σμύρνης, αποφάσισε να πάει στην Θεσσαλονίκη όπου και βρίσκει αμέσως δουλειά στο "Λούνα Παρκ" και στου "Θανάση του Κατσαρού". Το 1918 μετά την ανακωχή επιστρέφει στη Σμύρνη και δουλεύει με τον Δραγάτση (Ογδοντάκη). Η Καταστροφή του 22 τον βρίσκει να τραγουδάει στην Τερψιθέα. Οι θαυμαστές του του βγάζουν Γαλλικό διαβατήριο κι έτσι φεύγει γιά Μυτιλήνη, Θεσσαλονίκη, και τέλος Πειραιά ατο Πασαλιμάνι. Τραγουδάει σε μαγαζιά και καμπαρέ, και το 1926 (πρώιμη μηχανική δισκογραφία) γραμμοφωνεί μιά σειρά αμανέδες που αναδεικνύουν όλες τις εκφραστικές και φωνητικές του δυνατότητες. Αυτό ήταν μόνο η αρχή, γιατί συνεχίζει με τραγούδια Μικρασιατών, όπως του παναγιώτη Τούντα, του Σκαρβέλη, του Μαρίνου, του Ασίκη, του παλιού του φίλου Ογδοντάκη κ.ά. Γύρω στα εκατό γραμμοφωνημένα τραγούδια ίσαμε το 1935, και κάθε νύχτα πάλκο στις γειτονιές του Πειραιά ως το πρωί. Το 1934 (1933;) είναι κι αυτός ανάμεσα στους κορυφαίους ενός Σμυρνέικου πάλκου στη μάντρα του Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά (Δραπετσώνα). Mυθικό σχήμα, όπου εκτός από τον Στελλάκη, τον Κάβουρα, τον Ογδοντάκη και άλλους, συμμετέχει και ο Σπύρος Περιστέρης, που γίνεται την ίδια χρονιά διευθυντής της Οντεόν, και προφανώς τους εγκαταλείπει. Είναι κι αυτό ίσως ένα κλειδί, γιά να καταλάβουμε πως ήρθαν τα μπουζούκια, να καλύψουν την έλλειψη του μαντολίνου πούφυγε μαζί με τον Περιστέρη, να συνυπάρξουν γιά μιά βδομάδα με τους Σμυρνιούς, κι ύστερα να τους αντικαταστήσουν πλήρως. Είναι σίγουρα η σημαντικότερη ιστορική στιγμή του ρεμπέτικου, που σημαδεύει την αλληλεπίδραση των δύο μεγάλων ποταμιών του τραγουδιού αυτού (Σμυρνέικο-Πειραιώτικο) αλλά και τη μεταβίβαση της εξουσίας στους πειραιώτικους μπουζουκομπαγλαμάδες που ακολούθησε. Το 1917 χάνει τη μονάκριβη κόρη του και φεύγει γιά τη Σάμο. Ο πόλεμος του 40 τον βρίσκει στην Κοκκινιά σε ηλικία 48 χρονών. Βρίσκει το κουράγιο και στρατεύεται γιά την "ψυχαγωγία" των στρατιωτών. Το 1943 ξανά στη Σάμο, και στους βομβαρδισμούς περνά με τις βάρκες στο Κουσάντασι, πρόσφυγας και μόνος ξανά στη ζωή του. Κατεβαίνει στην Παλαιστίνη και από εκεί στη Γάζα, όπου αρχίζει να τραγουδάει σε διάφορες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις του Στρατού. Το τέλος του πολέμου το 1945 τον βρίσκει στο Κάιρο όπου μένει τραγουδώντας. Επιστρέφει στην Ελλάδα και συνεχίζει μεροδούλι μεροφάι πάνω στα πάλκα μέχρι τα εβδομήντα του χρόνια, που αποσύρεται κουρασμένος και πικραμένος, μόνος (παρ' όλους τους δυό του γάμους) και ξεχασμένος από γνωστούς και φίλους. Το "αηδόνι της Σμύρνης" σωπαίνει γιά πάντα στις 26.5.1972 σε ηλικία ογδόντα χρονών. Είναι περίεργο πως ο Σχορέλης δεν τον θυμήθηκε, στην πρώτη εκείνη προσπάθεια αναβίωσης στη δεκαετία του 60. Ο Ηλίας Πετρόπουλος όμως βρέθηκε στο προσκεφάλι του τις τελευταίες στιγμές. όταν ο Νούρος ήταν πιά σε κώμμα.
  1. (συνεχίζεται)