Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010


Γιάννης Δραγάτσης
τ΄Ογδοντάκι

Η γειτονία μου ήτανε ένας κλασικός συνοικισμός, και γραφικός (-έτσι;). Δυο χιλιόμετρα από την Ομόνοια, δυο η τρία χιλιόμετρα. Όλοι οι κάτοικοι του συνοικισμού ήτανε περίπου ογδόντα με εκατό οικογένειες και, φυσικό του λόγου, ήτανε να είναι πολύ ενωμένοι. Οι μισοί ήτανε σχεδόν συγγενείς, ξαδέρφια μακριά και ξέρω ‘γω – ανεψιές, θείες και τα λοιπά. Όλοι ήτανε σμυρνιοί. Άλλοι από το Τσανάκαλε, άλλοι απ’ τον Μπουρνόβα, άλλοι απ’ τον Μενσιρλί. Ο συνοικισμός λέγεται Μίλη Μπενέση γιατί εκεί ήταν, παλιά, ένας τσιφλικάς, ο Μπενέσης, που ‘χε κάτι μύλους, αλευρόμυλους, και μεγάλη έκταση από χωράφια, ξέρω ‘γω, κι ένα κομμάτι, ας πούμε, ίσως το χειρότερο –και λέω χειρότερο γιατί ήτανε λακούβα –κι έφτιαξαν τα πρώτα υποτυπώδη σπίτια, άλλα με λαμαρίνες και άλλα χτιστά, κανονικά ας πούμε. Οι δρόμοι του συνοικισμού ήταν λαβύρινθος, ο πιο φαρδής τέσσερα μέτρα. Όταν έβρεχε έπρεπε να ανοίξουμε στην μέση του δρόμου χαντάκι για να μην πνιγούμε σαν τα ποντίκια. Παρόλο αυτό το χάλι που υπήρχε ήταν μια πολύ χαρούμενη συνοικία, γειτονιά, ας πούμε...


...Επίσης, στη γειτονιά έμενε το Ογδοντάκι - έτσι τον λέγανε, τον φωνάζανε, στη γειτονιά. Ήτανε ένας άντρας πολύ στιλέ, ένας άνρας πολύ σικ. Θάπρεπε νάναι πάρα πολύ γόης, ωραίος, στα νιάτα του. Ντυνόταν πάντα πάρα πολύ κομψά, ακόμα και γεροντάκι, πάντα κουστούμι και παπιγιόν. Δηλαδή αυτός ήτανε εβδομήντα χρονών κι εξακολουθούσε να είναι κοκέτης. Αυτουνού τα χέρια, το χέρι το ένα, το αριστερό, δεν μπορούσε να ανοίξει. Από το παίξιμο είχανε πάρει μιά μόνιμη στάση τα δάχτυλά του... Ο Ογδοντάκης είχε ένα απ΄τα καλύτερα σπίτια του συνοικισμού. Χόμπι του είχε την κτηνοτροφία. Eίχε γουρούνια, περιστέρια και κότες. Τη γυναίκα του τη λέγανε κυρα-Αθηνά. Ήτανε μιά πάρα πολύ καλή γυναίκα. Κυρία-έτσι; Παιδιά δεν είχε. Όλοι εμείς αισθανόμαστε πολύ περήφανοι που τον είχαμε γείτονά μας...


(απόσπασμα από διήγηση του Μανόλη Καραπιπέρη στον Ηλία Πετρόπουλο. Φυλακές Κορυδαλού στις 10/11-2-1973, ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, εκδ. Κέδρος 1979, αρ. αντιτύπου 157)