Statcounter

ConveyThis.com

Translation Service

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Ελάτε μαζί μου...

   Αφείστε με, καλοί μου άνθρωποι, να σας πάρω γιά λίγο μαζί μου, σε μιά παλιότερη εποχή, γιά να ξεκλειδώσω μιά ασήμαντη για σας λεπτομέρεια, της λεπτομέρειας, ω λεπτομέρεια, γιά την οποία δε σας καίγεται καρφί. Γιατί; ; Όχι "γιατί έχει ο γάτος έν΄αυτί " αλλά γιατί μικρές, μικρούλες λεπτομέρειες της δικιάς σας πολύτιμης ζωής θα θεωρούνται επίσης αδιάφορες γιά τις επόμενες γενιές. Η ψυχούλα σας όμως θα σπαρταράει από ευχαρίστηση αν θα βρεθεί ένας αντίστοιχος σα κι εμένα να τις ανακαλύψει και να τις διηγηθεί σε άλλους/ες. Έτσι δεν είναι; Επειδή έτσι ακριβώς είναι, ελάτε μαζί μου γιά λίγο, στο σκοτάδι περασμένων καιρών...


Ξαναγυρίζω, όπως γυρίζει κανείς σε κάτι πολυαγαπημένο, στο τραγούδι "ΟΥΖΟ" (1928), στην εκτέλεση με τον Κώστα Νούρο γιά να κάνω μιά δεύτερη, ίσως, βαθύτερη "κατάδυση". Υπάρχει και μιά ακόμα παλιότερη ανάρτηση γιά το ίδιο θέμα, η


όπου μπορείτε να βρείτε κάποιες άλλες μικρο-πτυχές του θέματος. Εκεί θα βρείτε και το τραγούδι γιά να το ακούσετε.


Γυρίζω πάλι σ΄αυτό το τραγούδι, γιατί ανήκει σε μιά κατηγορία "προσωπικών" τραγουδιών. Θέλω να πω, πιστεύω πως το διάλεξε ο συγκεκριμένος τραγουδιστής, μέσα από συνειδητές ή ασυνείδητες λειτουργίες, γιά να το παραλληλίσει, συμβολικά, με τον εαυτό του.


Βρισκόμαστε στα 1928 και ο άνθρωπος που βλέπετε στη φωτογραφία,





είναι 36 χρονώ. Είναι ένας έμπειρος επαγγελματίας κι εκείνη τη χρονιά τραγουδάει στη μπύρα του Πίκινου, στο Θησείο της Αθήνας και στο "Κρυστάλ" στη Νέα Φιλαδέλφεια. Έχουν περάσει μόλις έξη χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή, οι πληγές είναι ακόμα ανοιχτές κι αιμορραγούν.
Ο Νούρος έχει μιά κόρη σε ηλικία 9 χρονώ που θα τη χάσει μετά από 8 χρόνια από φυματίωση.
Είναι ένας ψηλός, όμορφος άντρας και έχει και ομοφυλοφιλικές σχέσεις. ο κόσμος θαυμάζει την ιδιαίτερη φωνή του και η ειδικότητά του είναι οι μανέδες.


   Το τραγούδι "ΟΥΖΟ" έχει παραδοσιακές καταβολές. Η λέξη, εκτός απ΄τη γνωστή σημασία της, χρησιμοποιούνταν και σα καλοδιάθετο πείραγμα γι αυτούς που τά΄τσουζαν.
Ο Νούρος, πολύ πιθανό με δική του επιλογή, "χτυπάει" αυτό το τραγούδι, ανανεωμένο από τον Ογδοντάκη (Γιάννη Δραγάτση) που τον συνοδεύει.
Το "ΟΥΖΟ" δε περιλαμβάνεται, απ΄ότι ξέρω, σε καμιά από τις -ας πούμε - ανθολογίες. Ο Γρ. Φαλληρέας το έχει συμπεριλάβει στο CD Νούρος - το φωνητικό φαινόμενο -
και προσπάθησε να καταγράψει τους στίχους. Οφείλω να πω πως, πραγματικά, δεν ακούγεται ξεκάθαρα τι λέει ο Νούρος, σε δυό επίμαχα σημεία. Αυτό οφείλεται και στο ότι ο Νούρος είχε μεν πολύ καθαρή άρθρωση, αλλά δε πρόφερε καθαρά το σίγμα που το σύριζε λίγο, αν και όχι πάντα. Κύρια, όταν έλεγε μιά λέξη που είχε τελικό ς.


Καταγράφω κι εγώ, με τη σειρά μου, τους στίχους, ακριβώς όπως τους έχει ο Γρ. Φαλληρέας στο έντυπο που συνοδεύει το CD.


Όλοι "ούζο" με φωνάζουν.
Τα κορίτσια με θαυμάζουν
Και στον δρόμο με πειράζουν.


Άντε, βρε ούζο, βρέθηκα και χάμου
τέρμα σαντούρια και βιολιά, άντε όπλες,
κι όλα τ΄άλλα, σαν παιδί, τα έχω κάμει
μέσα στην Ελλάδα την παλιά.


Μπαίνω, βγαίνω με το πάσσο,
τη μπουκάλα μη μου πάρουν ε!
Κάντε τόπο να περάσω
Άντε βρε ούζο, βρέθηκα και χάμω
Τέρμα σαντούρια και βιολιά του Ογδοντάκη
Κι όλα τ΄άλλα σαν μικρό παιδί τα έχω κάνει
Μέσα στην Ελλάδα την παλιά
-Γειά σου Νούρο μου!


Ο Γρ. Φαλληρέας έχει βγάλει πολλά CD´s και κάνει, απ΄ότι φαίνεται, ότι μπορεί γιά να είναι οι εκδόσεις του μερακλίδικες. Επεξεργάζεται, βέβαια, ψηφιακά τα τραγούδια υπέρ το δέον, αλλ΄αυτό είναι μιά άλλη κουβέντα και "μικρά γράμματα" γιά τους περισσότερους.


Πέρ΄απ΄αυτό όμως, η τσαπατσουλιά, η αρπακόλα, το "έλα μωρέ, και τί έγινε;", το "σιγά τα λάχανα", είναι σταθερά χαρακτηριστικά της ελληνικής ζωής. Στους παραπάνω απλούς στίχους του έχουν ξεφύγει (;)(έχει ακούσει στραβά;) κάποιες λέξεις. Δυό απ΄αυτές είναι πολύ σημαντικές. Σημαντικές γιατί μεταφέρουν νοήματα και η λάθος καταγραφή τους κάνει τους στίχους ακίνδυνους, αδιάφορους.


Ξαναγράφω τους στίχους και σημειώνω με κόκκινο τις λέξεις που πραγματικά λένε οι στίχοι.


Όλοι "ούζο" με φωνάζουν,
τα κορίτσια με θαυμάζουν, αααχ,
και στο δρόμο με πειράζουν.


Άντε, βρε "ούζο", βρε τι θα σε κάμω (όχι βρέθηκα χάμου)
έρμα σαντούρια και βιολιά, άντε όπλες,
κι όλα τ΄άλλα, σα μικρό παιδί, τα έχω πάθει
μέσα στην Ελλάδα την Παλιά.


Μπαίνω, βγαίνω με το πάσο,
την μπουκάλα μην ξεχάσω, αααχ,
κάντε τόπο να περάσω!


Άντε, βρε "ούζο", βρε τι θα σε κάνω,
έρμα σαντούρια και βιολιά, τ΄Ογδοντάκι,
κι όλα τ΄άλλα, σα μικρό παιδί,
τα έχω κάνει
μέσα στην Ελλάδα την Παλιά


γειά σου, Νούρο μου(!)
(φωνή Ογδοντάκη)


Προφανώς, θεωρείτε πως προσπαθώ να διϋλίσω τον κώνωπα. Δεν είναι όμως έτσι και αυτό θα προσπαθήσω να εξηγήσω.


O Νούρος λοιπόν δε λέει "τέρμα, σαντούρια και βιολιά" αλλά, "έρμα" ( έρημα = κακόμοιρα).
Ακόμα, στο πρώτο ρεφρέν λέει, "κι όλα τ΄άλλα, σα μικρό παιδί, τα έχω πάθει ". Το θήτα ακούγεται καθαρότατα. Αυτές οι δυό κόκκινες λέξεις πάνε τα νοήματα κάπου αλλού, κι αυτό το "αλλού" είναι σημαντικό και συγκινητικό.


Δε πιστεύω, σε καμιά περίπτωση ούτε και υποστηρίζω, ότι ο Νούρος κάθησε με χαρτί και μολύβι και έφτιαξε, με συνειδητές διεργασίες, παιχνίδια με τις λέξεις, ούτε πως αποφάσισε να στείλει κρυφά μηνύματα μέσα από ένα τραγούδι που σκοπό είχε να πουλήσει. Λέω ότι, τραγουδώντας μανέδες σε διάφορα μαγαζιά, ζυμώνονταν και ξαναζυμώνονταν οι απλοί στίχοι μες το μυαλό του και φιλτράρονταν μέσα από σκέψεις και προβολές που έκανε, αναμετρώντας αυτά που βίωνε και την ίδια του τη ζωή. Στη συγκεκριμένη στιγμή της φωνοληψίας, ή είχε σκεφτεί να πει έτσι, ή του προέκυψε την ίδια εκείνη στιγμή.


Η "υπόθεση" του τραγουδιού, σ΄αυτή την έκδοση, αφορά κάποιον που είναι αλκοολικός και του έχουν κολλήσει το παρατσούκλι "ούζο". Τα νέα κορίτσια, πάλι σ΄αυτή την περίπτωση, βρίσκουν την εικόνα του κλυδωνιζόμενου αστεία και τον πειράζουν. Όμως, το ρήμα πειράζω έχει, στα μικρασιάτικα τραγούδια, την έννοια τουφλερτάρω. Ο Νούρος έχει προσθέσει και το ρ. θαυμάζουν. Το τελευταίο μας δίνει το πρώτο σήμα ότι ο τραγουδιστής παίζει με τον στίχο, περνώντας τον εαυτό του στη θέση του "ούζου", του κλυδωνιζόμενου. Το κλυδωνιζόμενος μπορεί να παίζει και με την έννοια του λικνιζόμενου με γυναικείο τρόπο.






Έτσι ήταν το παρουσιαστικό του Νούρου τα χρόνια που "χτύπησε" αυτό το τραγούδι. Είναι και η μοναδική του φωτογραφία όπου, σχεδόν υπομειδιά. Σ΄όλες τις άλλες είναι σοβαρός, σκεφτικός, σφιγμένος. Ο Νούρος ήταν ψηλός και όμορφος, όπως είπαμε. Οι γυναίκες έχουν, συνήθως, μιά διφορούμενη στάση θαυμασμού και υψίστης απορίας γιά τους όμορφους άνδρες όταν αυτοί είναι ομοφυλόφιλοι. Σα να μη μπορούν να δεχτούν ότι συνέβηκε ένα τέτοιο πράγμα. Συγκρίνετε με τα κύματα λατρείας που είσπραξε από το γυναικείο φύλο ο πρόσφατα μαχαιρωμένος ηθοποιός.


Κοντολογίς, ο Νούρος αφήνει να βγουν κάποια σήματα μέσα απ΄αυτό το τραγούδι
1.   την αίσθηση της γνώσης ότι ήταν αρεστός στις γυναίκες
2.   την αίσθηση της παρατήρησης του εαυτού του
3.   τον τρυφερό χαρακτηρισμό "έρμα σαντούρια και βιολιά" όπου αποτείνεται στους 
      συμπατριώτες του
      και στις παραδόσεις τους
4.   το σήμα "έχω πάθει" που μπορεί να εξηγηθεί με πολλούς τρόπους


   Ο Νούρος έφυγε απ΄τη ζωή μόνος και απένταρος. Μόνος σε πολλαπλά επίπεδα. Μακριά από συγγενικό κύκλο και με την αίσθηση ότι τον είχαν ξεχάσει όλοι αυτοί που κάποτε τον θαύμαζαν κι ακόμα, μ΄αυτή την επιπλέον βαριά μοναξιά που νιώθουν οι ομοφυλόφιλοι. Τη μοναξιά του "διαφορετικού".


Δε γνωρίζουμε πως τον αντιμετώπιζε το ευρύτερο σινάφι. Μικρά σήματα μπορούμε μόνο να ανιχνεύσουμε μέσα από τη δισκογραφία που είναι όμως αμφισβητούμενα.
Έχω ακούσει μερικά σχολιάκια τα τελευταία χρόνια, από ανθρώπους που καμώνονται πως τον γνώρισαν και μου μετέφεραν κάποια λεχθέντα απ΄αυτόν, ομοφυλοφιλικού τύπου. Μπορεί και νάναι αλήθεια. Ίσως, αυτό το κομμάτι του εαυτού του νά΄παιρνε το πάνω χέρι καθώς περνούσαν τα χρόνια. Έτσι είναι η ζωή. Ήμουνα πάντα πολύ επιφυλακτικός στη μεταφορά κουτσομπολιού γιά τους ομοφυλόφιλους. Ξέρω τι κακία (δηλαδή μίσος και τρόμος), τι διάσπαρτη βλακεία υπάρχει γιά το θέμα, ιδιαίτερα στην ανδρανδρική χώρα μας. Το ίδιο ανυπόφοροι είναι και οι άλλοι, που προβοκάρουν ηλιθίως στα διάφορα σουποειδή και σάπια κανάλια, μέσα σε μιά περιστρεφόμενη καθημερινή αηδία...


Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Ο κήπος ποτίζεται...

Καθόλου μη νομίσετε ότι ο κήπος του Κώστα Μασσέλου-Νούρου και του Oγδοντακιού έχει εγκαταλειφθεί, δε ποτίζεται και θα χορταριάσει. Σύντομα έρχονται καινούριες αναρτήσεις.

Τρίτη, 09 Ιουνίου 2009

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Καλωσόρισες στον κήπο μου! (Nouros)

Παιχνιδιάρα μου (1929) Κώστας Νούρος/Πάνος Τούντας http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Paihnidiara%20mou%20glykeia.mp3

Ήμουνα κάποτε μιά φωνή που χάιδεψε, αναστάτωσε, μαλάκωσε τις ψυχές που την άκουσαν. Διαφορετική... Δεν έβλαψα κανέναν, μ΄αγάπησαν. Συγχωρώ αυτούς που με πόνεσαν, που μ΄εκμεταλλεύτηκαν. Δεν καταλάβαιναν... Στα τελευταία μου χρόνια, αλλά και μετά το θάνατό μου, με λησμόνησαν. Δε πειράζει. Ήμουνα πολύ μόνος στη ζωή, μόνος ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους. Όταν τραγουδούσα πήγαινα τους ανθρώπους σε μελαγχολικά τοπία, στο αληθινό νόημα της ζωής. Τώρα, κάθομαι σ΄ένα βραδυνό κήπο, μαζί με το φίλο μου τον Ογδοντάκη, απαλλαγμένος από αγάπες, ζήλειες, πάθη. Κάθομαι στην πόλη που αγάπησα. Αόρατος... Εσύ, Έλληνα ή απο ΄πουδήποτε κι αν είσαι, εσύ που τρέχεις μέσα στης ζωής τη μπερδεμένη χλαπαταγή, σκέψου καμιά φορά το Νούρο, πού ήταν κάποτε όμορφος και ψηλός σαν κι εσένα...

Τρίτη, 05 Μαΐου 2009

Καλωσόρισες 2ε follower!

Ίσως δεν είναι τυχαίο που είσαι θαυμαστής της άλλης ανεπανάληπτης φωνής, του Στέλιου Καζαντζίδη και ήρθες στον κήπο του Κώστα Μασσέλου (Νούρου) και του Γιάννη Γραγάτση (Ογδοντάκη). Βλέπεις πόσο ήσυχα είναι εδώ; Πολύ χαμηλή, σχεδόν μηδαμινή επισκεψιμότητα και followers μόνο εσύ κι εγώ. Είναι πολλές οι αιτίες και τις καταλαβαίνω. Ο Καζαντζίδης ήταν γιά όλους. Ο Νούρος είναι (πιά) γιά πολύ λίγους και πολύ εκλεκτούς, κύρια γιατί πάει πολύ βαθιά μέσα μας, εκεί που οι άνθρωποι αποφεύγουν να πηγαίνουν. Σου εξομολογούμαι ότι θεωρώ πως είναι το καλύτερο από τα blogs μου και εύχομαι να έρχεσαι συχνά.

Η γιορτή των πέντε φεγγαριών

Γιορτή έχει απόψε και το σπίτι το δίπατο, ανασηκωμένο στον αέρα είναι. Πέρα-δώθε λικνίζεται, κορδέλες κόκκινες κρέμονται και ανεμίζουν. Σούρουπο είναι, έτοιμος ο ήλιος να βουτήξει στα νερά, ο κόσμος βολτατζάρει στην παραλία, κανείς δε το βλέπει. Μόνο εσείς (;), εγώ κι αυτοί που θά΄ρθουν.
Μακριές σειρές από πολύχρωμα λαμπιόνια ανάβουν, κρέμονται απ΄τους τοίχους και μέσα συνεχίζουν, πίσω στην αυλή, πάνω από ένα μακρύ τραπέζι, στρωμένο από τους δυό μερακλήδες που κατοικούν στο σπίτι. Κάθονται, τα λένε, γελάνε, η ώρα έχει πάει οχτώ και να, που αρχίζουν νά΄ρχονται. Με άμαξες έρχονται στολισμένες, τ΄αλόγατα χρεμετίζουν κι από ψηλά κατεβαίνουν σε πομπή.Φορτωμένοι με καλούδια είναι, στ΄άσπρα ντυμένες οι γυναίκες, με πούλιες που αστράφτουν κι οι άντρες με σιδερωμένα πουκάμισα και τα παιχνίδια τους, τα όργανα.
Και μπαίνουν ένας-ένας στην αυλή με χαράς και λαχτάρας φωνές που τόσα χρόνια δεν ειδώθηκαν. Αγκαλιάζονται, φιλιούνται, "εχ, μπρε μάτια μου, ΄πο πότε έχω να σε ιδώ;", "πούν΄το βιολάκι σου;", "Μαρίκα, τι μαγουλάκι είν΄αυτό, σουλτάνα μου, καθρέφτης!", "ελάτε, ελάτε, από δω οι δυό αδερφές, ως κι ο πατέρας σας θά΄ρθει εδώ απόψε".
Ο ένας απ΄τους δύο μερακλήδες ανοίγει τα μακριά τα μπράτσα του και χάνεται μες την αγκαλιά του ο κοντόσωμος με τα σκαλωτά μαλλιά και ένα "ώωωωωωωπα, ο Μήτσος μου ο Ατρ..., έδώ, κοντά μου σε θέλω απόψε!"
Ο άλλος ο μερακλής παίρνει το βιολί του και μπαίνει μες το σπίτι. Τις σκάλες ανεβαίνει, φτάνει στην κορφή, το πορτάκι της στέγης ανοίγει, βγαίνει πάνω της και φωνάζει κάτω στην αυλή: "Απόψε, πατριώτισσες και πατριωτάκια, είν΄η βραδυά των πέντε φεγγαριών μας. Γιά ν΄ανταμώσουν οι ψυχές μας και να τραγουδήσουμε ως τα χαράματα. Όσο και να φωνάξουμε, κανείς δε μας ακούει. Το φωτισμένο σαράι μας θα το πάρει το βραδινό αεράκι και θα το σεργιανίσει πάνω απ΄όλους τους αγαπημένους τόπους μας. Θα το πάει και πάνω από βουνά και κάμπους, εκεί που κάποτε συρθήκαμε, εκεί που πλανιούνται οι ψυχές εκεινώνε που χάθηκαν. Αλλ΄όλ΄αυτά είναι περασμένα κι απόψε θα το κάψουμε το πελεκούδι... Τώρα, Καριπάκι, μ΄ακούς, εκεί κάτω; Εγώ θα σου παίζω από δω πάνω κι εσύ θα το πεις, από κει κάτω. Πάμε, Καρίπη, το Μπάλλο Μαστίχα...
- Πάει, λωλάθηκε τ΄Ογδοντάκι, ξεκαρδίστηκαν όλες κι όλοι.
______________________________________________________ ______________________________________________________
Ο βιολιτζής απ΄τη στέγη κατεβαίνει, το φαγοπότι και τα παιχνίδια αρχινάνε.
Αλλά εσύ, σιωπηλό και λευκό φεγγάρι μου, δες αυτά τα χωρίς βάρος, αλλά όχι άνυδρα, σώματα, δες αυτό το φωτισμένο σαράι που γλυστράει στον αέρα, μ΄ένα σωρό ανθρώπους - άνθη των βυθών της μουσικής, τις κορδέλες π΄ανεμίζουν κι αυτή τη μοναχική, ξυπόλητη σκιά που δε γλεντάει με τους άλλους, αλλά σπρώχνει το σπίτι μουρμουρίζοντας λόγια μυαλού σαλεμένου...

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

To φτερό του Κ.Μ. Σμυρλή




To παρακάτω προέκυψε από συγκλίσεις γραφτών μου γιά το Νούρο και, κάποια στιγμή, από το εξώφυλλο του παραπάνω βιβλίου του εξαιρετικού Νίκου Χουλιαρά


Το όλο πράμα ξεκίνησε με μιά γραμμή διάστικτη πάνω στη δεξιά ωμοπλάτη. Μιά κόκκινη γραμμή, σαν έκζεμα που τον φαγούριζε. Δεν έδωσε σημασία. Είχε εγκαταλείψει. Έκζεμα είχε και στα δυό του πόδια, απ΄τα γόνατα και κάτω, που ήταν πληγιασμένα και μαδούσαν. Ο κνησμός εκεί ήταν ανυπόφορος αλλά, τί να κάνεις; Ώρα ήταν τώρα να ξεκινήσει ένα καινούριο και στη πλάτη. Σαπίζω... Άνοιξε το έρμο το πορτοφόλι του που ήταν κι αυτό πληγιασμένο και ξεφτισμένο. Μπήκαν τα δάχτυλά του μέσα και ψάξαν. Κάτι ασήμαντα κέρματα και τέσσερα κατοστάρικα.

Γύρισε τα μάτια του στο ημερολογιάκι του τοίχου. 26 Μαϊου 1972. Το κάτω χείλι του ανέβηκε πικρό και καμπύλωσε το επάνω. Να πάει τώρα, ή να μην πάει στο καφενείο; Πρόβαλλε στο μυαλό του το γνωστό δρόμο ως εκεί, το τρίξιμο της πόρτας της εισόδου που έτριβε το μωσαϊκό καμιά δεκαετία, την καπνίλα που σε χτύπαγε κατακούτελα μόλις που έμπαινες, τα μάτια που γύριζαν απάνω σου. Γιά μιά στιγμή γύριζαν και μετά στρέφονταν πίσω στην κουβέντα, το τάβλι, την πρέφα. Να κι αν μπήκες, να κι αν δε μπήκες. Εκτός από κείνον τον κοκκινοτρίχη με το δέρμα το γεμάτο φακίδες, αιώνια μέσα σ΄ένα καρό σακάκι. Αυτός συνέχιζε να κοιτάει γιατί δεν είχε που να γυρίσει. Πάντα μόνος του κάθονταν. Στήλωνε τα μάτια πάνω του και δε τά΄παιρνε.

Μπα, όχι ακόμα. Αργότερα, ίσως. Να σκοτεινιάσει ακόμα λίγο.Τα μαύρα γυαλιά στο μπουφεδάκι, το παλτό στο κρεμαστάρι, περιμένει. Το πορτοφόλι μπαίνει στη κωλότσεπη, όχι στη κωλότσεπη, μη μας σουφρώσουν ότι έχουμε και δεν έχουμε... Κάθησε με τα χέρια πάνω στα γόνατα. Ένα μοτοσακό πέρασε απέξω, βουίζοντας. Η πόρτα πήγε πέρα δώθε απ΄τους κραδασμούς. Μετά, ησυχία. Απόλυτη ησυχία. Ο συγκάτοικος; Θα γυρίζει με φίλους. Τί να κάνει κι αυτός; Τζόβενο είναι, μες το σπίτι κλεισμένος να κάθεται;

Σηκώθηκε. Πήγε στο κουζινάκι κι άρχισε να του ετοιμάζει το βραδινό φαγητό.Πήγε οχτώ, δε φάνηκε.Να πάω τώρα.Στάθηκε μπρος τον καθρέφτη, ακίνητος. Έπιασε το εξογκωμένο καρύδι του λαιμού του. Το δέρμα είχε κατσιάσει, «τα κορίτσια με θαυμάζουνε και στο δρόμο με πειράζουν», άκουσε μες το μυαλό τη φωνή του να τραγουδάει. Ο Ογδόντας. Καιρό είχε να τον θυμηθεί. Και δυό άδεια φουστάνια ανέμισαν μέσα του. Οι δυό προηγούμενες γυναίκες του. Δε μ’ άντεχαν... Η μνήμη μαζεύει και τεντώνεται, ακορντεόν.Όχι νοσταλγίες, Κωστάκι. Η νοσταλγία είναι πεθαμένοι ιστοί. Παν αυτά, πέρασαν. To τώρα είν΄εδώ, μπροστά στον καθρέφτη που θά΄θελες να δείχνει τη ράχη σου κι όχι τη μόστρα, κι η ώρα είναι οχτώμιση. Το φαγητό του συγκάτοικου τό΄χεις ετοιμάσει κι αλλού δεν έχεις να πας από το καφενείο. «Ναι, έτσι είναι. Πού αλλού να πάω; Κανείς δε με ψάχνει και κανέναν δε θέλω να ψάξω». Κουνήσου λοιπόν, φόρα την παλτουδιά και σύρ΄τα βήματά σου στο γνωστό δρομολόγιο. Κι όταν γυρίσεις, αυτός μπορεί να έχει επιστρέψει. Πάντα υπάρχει η ελπί...Γκουπ, ένα χτύπημα. Όχι στην πόρτα, στην ωμοπλάτη. Πονάει πολύ και μορφάζεις. Σα κάτι να πιέζει προς τα έξω. Παράξενο. Τί είν΄αυτό τώρα; Έτζι, σαν από ένστικτο, βάζεις το χέρι στην καρδιά. Όχι, κανονικά χτυπάει. Αργά και αδύναμα, κανονικά πάντως. Γκουπ, κι άλλο χτύπημα. Ε, καλά, θα περάσει. Κάποιος νευρόπονος.

Πήρε τα σκοτεινά γυαλιά, τα στερέωσε στη μύτη του. Μετά, στο κρεμαστάρι δίπλα στην εξώπορτα. Φόρεσε το παλτό και βρέθηκε στο δρόμο. Κλείδωσα; Κλείδωσα. Βαθιά ανάσα... Τραμ τρουμ, τραμ τρουμ, κάτι σα ξεβιδωμένος προχωράει ο Σμυρλής. Σα ξεβιδωμένος υπνοβάτης. Περνάει κάτω από τρεις φοινικιές, τέσσερεις μαρκίζες, πέντε κατεβαίνει πεζοδρόμια κι ανεβαίνει σε ισάριθμα.Τα σύννεφα τρέχουν στον ουρανό και κάπου-κάπου ξεπροβάλλει το φεγγάρι. Στην ωμοπλάτη του νιώθει το κόκκαλο που πιέζει και στο παπούτσι του έχει μπει ένα πετραδάκι, αλλά δε το βγάζει. Ανάσες βαθιές παίρνει και το φως γύρω του είναι γκρίζο. Διαβάτες ελάχιστους συναντάει, ένα περιστέρι περνάει ξυστά δίπλα του. Καλά, αφού κοιμούνται τέτοια ώρα. Τα σπίτια γέρνουν προς τη μεριά του, ο συνοικισμός ανασηκώνεται πλάγια, κι αυτός πάει. Τραμ τρουμ, τραμ τρουμ, α ναι, να μη ξεχάσω να του πω γιά το χαρτί της Δημαρχίας που πρέπει να παρουσιαστεί, τραμ, «γειά σου, ψηλέ», τον χαιρετάει ένας. «Πού τον ξέρω αυτόν; Τον ξέρω;»«Ρε μάγκικο, σκερτσόζικο και πεταχτό, με σένανε δε ξέρω πιά τι θα γενώ». Η Αμπατζή. «Α, ρε Ρίτα... Όλοι φύγαν. Μονάχα ΄γω έμεινα. Πως του τη σκαπούλαρα, δε μπορώ να καταλάβω. Τρέχω όμως εγώ στη σκιά του, ή αυτός στη δική μου;» Γιά το θάνατο λέει.

Στην είσοδο του καφενείου, ένα χέρι τον χτυπάει στην πλάτη. Πάλι αυτός, «γειά σου, ψηλέ». Μα τι διάολο, από πίσω μ΄είχε πάρει;- Ποιός είσαι, ρε φίλε; Δε σε θυμάμαι.- Άντεεε, ξεκουτιάναμε φαίνεται. Καλά, δε θυμάσαι εκείνο το βράδυ στου Ξύδη; Μέχρι τα ξημερώματα μας τραγουδούσες.- Στου Ξύδη; Α, ναι, ναι, πώς πάει;- Ε, πώς να πάει; Περιμένουμε να γυρίσει ο τροχός...- Και θα περιμένεις πολύ ακόμα. Κι αν γυρίσει, τι θα γίνει νομίζεις;- Ε πώς; Όσο νά΄ναι...Α παράτα μας. Όρεξη που σ΄είχα, και μπαίνεις, ενώ ο Μάης πάει προς το τέλος του.

Θά΄ταν κοντά δώδεκα όταν είπες να φύγεις. Τα σύννεφα εξακολουθούσαν να τρέχουν και είχε σηκωθεί δυνατός αέρας. Σήκωσες το γιακά του παλτού και ανασήκωσες τους ώμους. Εκεί, χτύπησε νέα σουβλιά δυνατή στην ωμοπλάτη. Μα, τί στο διάολο; Ναι, διάολος ήταν γιατί ήρθε κι άλλη σουβλιά, κι άλλη, σου κόπηκε η ανάσα και μετά, ορθώθηκε κάτι από μέσα, και σήκωσε τον ένα ώμο του παλτού. Πόνος σε ξέσκισε. Πέφτεις στο βυθό μιάς ζάλης, ευτυχώς που ήταν εκεί ο τοίχος, κόντεψαν να σου πεταχτούν τα μάτια έξω. Κακόμοιρε Κ.Μ. Σμυρλή, τά΄χεις χαμένα ολότελα. Τί νομίζεις, πως η ζωή είν΄αυτό που βλέπουμε κι αυτό που ξέρουμε; Τίποτα δε βλέπουμε και τίποτα δε ξέρουμε. Κόσμοι ολόκληροι, παράλληλες ζωές κινιούνται γύρω μας κι εμείς πρέφα δε παίρνουμε. Δέντρα μπορούν να ξεφυτρώσουν απ΄τα κεφάλια μας, άϋλοι να γίνουμε, να βλέπουμε τους άλλους κι οι άλλοι να μη μας βλέπουν. Βαπόρια να φανούν στον ουρανό κι άστρα να πλημμυρίσ΄η άσφαλτο που έστρωσε ο Δήμος της Κοκκινιάς και καμώνεται πως κάτι έκανε.Τώρα ήρθε η στιγμή να τύχει σ΄εσένα και να βγει ένα φτερό από την ωμοπλάτη σου. Ένα φτερό κατάμαυρο που σου σκίζει το δέρμα και το παλτό και βγαίνει έξω με τινάγματα στο βραδινό αέρα. Έχεις στρίψει έντρομος το κεφάλι και το βλέπεις να ορθώνεται προς τα πάνω. «Γιατί σ΄έμένα αυτό;» αναρωτιέσαι. Γιατί; Μα, όποιος κι όποιος θαρρείς πως είσαι; Επειδή σε ξέχασαν; Και τι μ΄αυτό; Οι ανθρωποι φύλλα στον άνεμο είναι. Τους πάει απο δώ, τους πάει απο κει κι όλο αναρωτιούνται. Εσένα σε ΄θελε ο δαίμονας, το ντουέντε σου, από τότε που πρωτάνοιξες τα μάτια. Σε διάλεξε, σ΄έριξε απο δω κι απο κει να τυραννιστείς, να δέσεις. Σ΄έχωσε μέσα στον μαύρο πηλό της ζωής, έξυσε τα σωθικά σου με τα γαμψά του νύχια, κάθισε στο λαιμό σου και τον έπλασε, όπως εκείνος ήθελε. Και τώρα, σου δίνει το τελευταίο του δώρο, ένα φτερό. Όχι δυό, ένα. Δίπλωστο λοιπόν και τρέξε να κρυφτεις στη χαμοκέλα σου...

Γκαπ, κλείνεις την πόρτα πίσω σου, λαχανιασμένος. Αυτό ήταν λοιπόν; Έφτασε η ώρα; Μπορεί ναι, μπορεί κι όχι. Άντε, βγάλε την παλτουδιά σου, τα γυαλιά σου τα μαύρα, βγάλε και τ΄άλλα σου τα ρούχα, μείνε τσίτσιδος και πάνε, στάσου μπροστά στον καθρέφτη. Μη τρέμεις, μη φοβάσαι. Ο συγκάτοικος δε θάρθει απόψε, δε θα δει το φτερό, στο λέω εγώ.Να, το πρόσωπο του δαίμονα που βγαίνει μές΄απ΄το σοβά, φουσκώνοντάς τον. Ανοίγει το στόμα κι αμολάει μιά πνοή που μυρίζει θειάφι, που σε σηκώνει και σε πετάει πάνω στο κρεβάτι. Εκεί, μείνε τώρα Κώστα Σμυρλή. Δίπλωσε το μαύρο φτερό στο πλάι, γιατί ήρθ΄η ώρα. Ως εδώ ήταν...Τώρα κατάλαβες που πάει το πράμα. Τώρα μπαίνεις στο δικό σου θαλάμι, εκεί που δεν υπάρχει χώρος γιά κανέναν άλλον... Ντοκ, χτύπημα, ντοκ, χτύπημα, κουνιέται συθέμελα η πόρτα της χαμοκέλας. Ντοκ, χτυπάει, «κάνω πως δε καταλαβαίνω. Τί να κάνω; Τίποτα δε θα κάνω. Τέλειωσαν οι μέρες των τραγουδιών, το ριγωτό σακάκι κρέμεται σα σφαχτό, απ΄το ΄30 τό΄χω, μυρίζει γεροντάματα, πικρό ιδρώτα, παλιά ξεθυμασμένα αρώματα, ντοκ, ντοκ, ντοκ. Έμπα λοιπόν, δεν αντέχω να σ΄ανοίξω, πάρε με και παρηγόρησέ με στα σκοτάδια, ας τελειώσει αυτός ο δρόμος, δε θέλω άλλο. Ότι αγάπησα, όσους αγάπησα με μάδησαν, με ξεφλούδισαν ως το μεδούλι.Ντοκ, γρατζούνισμα στην πόρτα νευρικό, ανυπόμονο, σηκώθηκαν τα σώματα στον αέρα, στριφογύρισαν, με κάρφωσαν, με σταύρωσαν. Δε μπορώ άλλο, ντοκ, να τα κορίτσια στα λευκά που κατέβαιναν να προϋπαντήσουν τη γιορτή της καρδιάς τους, φυσούσε τ΄αεράκι πού΄ρχονταν απ΄τη θάλασσα και ντοκ, ντοκ, που νά΄ξεραν μάνα, πως στο βυθό θα καταλήξουν με αίμα ανάμεσα στα πόδια τους... Γείρε στο σκοτάδι, γερο-ανεμοδούρα, κανείς δε θα καταλάβει τίποτα, σε κανέναν δε θα λείψεις. Γύρνα ψυχή στη γη, εκείνη τη γη, όχι, ντοκ, μη γυρνάς πίσω και θυμάσαι, αχνά είναι όλα καθώς γέρνουν τα πανδοχεία, καθώς κουνιέτ΄η βάρκα πάνω-κάτω, πέρα-δώθε, απ΄ τη μιάν ακτή στην απέναντί της κι άντε πάλι απ΄την αρχή, ντοκ, κλείσε τα μάτια με λευκή καρδιά, έτοιμος, χωρίς σύντροφο, γιά τις ερημιές που δε θα θωρείς ανθρώποι. Αυτός θα μπει κι ας μη του ανοίγεις. Εγώ είμαι δω, φεγγίζω και δε θα σηκωθώ. Να, γέρνω, να οι φωτοσημαντές κι οι λαμπαδόροι, το δρεπάνι όπου νά΄ναι θα βουίξει, θα λογχίσει το λιγοστό το φως της κάμαρης, νάτοι που γνέφουν απ΄το βυθό, τα γρι-γρι του Άδη που προς τα κάτω με έλκουν...έλκ...ελ...ε.......................