Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

Ο Νούρος στη σκάλα του ύπνου (1) (Nouros)

Τα μικρά παιδιά στην ηλικία των 3-4 χρονών, όταν τους διηγείσαι ιστορίες σε κοιτούν με ορθάνοιχτα μάτια. Όταν τελειώσει η ιστορία σου πετάνε ένα «πάλι» που σημαίνει, «πες την πάλι απ΄την αρχή» Γιατί; Γιατί χρειάζονται τη συνεχή επανάληψη γιά να εδραιώσουν μέσα τους όλες τις λεπτομέρειες.Χτες το βράδυ όταν πήγα γιά ύπνο, καταπώς το συνηθίζω, έβαλα τ΄ακουστικά κι ένα απ΄τα CD’s του Νούρου που με οδηγούν στη σκοτεινή και μαλακή σκάλα του ύπνου. Έλεγα, «ποιό να βάλω;» και γιά πολλοστή φορά ξανάβαλα ένα που αρχίζει με το «Όλο ούζο» κι ακολουθεί το «Παιχνιδιάρα μου γλυκειά».Μού΄πε η φωνή μες το κεφάλι μου, «μα, συνέχεια το ίδιο και το ίδιο ακούς...». Την αγνόησα και έκλεισα το φως...

Τρίτη 11 Μαρτίου 2008



Το σκοτάδι στη φωνή...(1)





(Το μεγαλύτερο μέρος του παρακάτω κειμένου, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Οδός Πανός" (Mάρτιος 08)


Ο υγρός ήχος "Νούρος" τριγύριζε στο μυαλό μου τον τελευταίο καιρό. Προσπαθούσα να βρω, από ποιά γλώσσα προέρχεται. Στα τούρκικα λεξικά δε την έβρισκα, ούτε στα ισπανικά. Ρώτησα μιά Αργεντίνα, τίποτα. Έλεγα, μήπως είχε κάποια σχέση με το γαλλικό noir(μαύρο). Δε μπορούσα να βρω άκρη. Τελείως τυχαία, βρέθηκε μπροστά μου μιά Σύρια που ερχόταν απ' την Τουρκία. Διάνα! Νuro στα συριακά σημαίνει φωτιά. (Αργότερα βρήκα ότι στην ποντιακή διάλεκτο σημαίνει ουρά, μίσχος).


 Σαν από ένστικτο, περίμενα κάτι τέτοιο, γιατί απ' τη "μαύρη", τη βελούδινη φωνή αυτού του ανθρώπου βγαίνει μιά καφτερή πνοή που δε σε τσουρουφλίζει, αλλά σε χαϊδεύει με φλόγες που δε σε κάβουν. Είχε μιά φωνή "εσωτερική" ο Νούρος, όχι "εξωτερική" σαν, ας πούμε, ο Βαγγελάκης Σωφρονίου. Σε εκστασιάζει, χωρίς να σε τραβάει στον ουρανό, όπως ο Νταλκάς ή ο Στράτος ο Παγιουμτζής. Δε σου κομματιάζει την καρδιά, όπως ο Μήτσος ο Ατραϊδης, σε τραβάει όμως σε χώρους μισοσκότεινους, μελαγχολικούς, μυστηριακούς, μοναστικούς. Σε μαλακώνει, σε ρίχνει σε πουπουλένιες μαξιλάρες, σηκώνει γύρω σου καπνούς ευωδιαστούς, σε φωσφορικά χρώματα. Η φωνή του Νούρου είχε duende*


. Το duende του όμως δεν ήταν γοτθικός δαίμονας, ήταν ένα μικρασιάτικο duende που είχε χρώμα μαβί, σα το εσωτερικό του κέλυφους μιάς ιδιαίτερης κατηγορίας κοχυλιών. Ώρες-ώρες όμως άλλαζε κι έπαιρνε μιά ανθρακιά, στιλπνή και μεταλλική επιφάνεια, σαν αυτή των στρειδιών, με φολίδες που σύριζαν, λες κι η καθεμιά απ' αυτές είχε τη δική της ζωή. Ήταν ηφαιστειακό το duende του αλλά με εσωτερική δράση. Παθιασμένο, αλλά τυλιγμένο μ΄ένα πέπλο ήρεμης, γρανιτένιας, παλιάς ελληνικής αξιοπρέπειας... (συνεχίζεται)