Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2008

Οι φωτοσημαντές κι οι λαμπαδόροι... (Νouros)

Ντοκ, χτύπημα, ντοκ, χτύπημα, κουνιέται συθέμελα η πόρτα της χαμοκέλας, ο Μάης τελειώνει, τελειώνουν και τα βήματα από το καφενείο στη σιγή του σπιτιού, από το καφενείο στο άδειο του σπιτιού, από το καφενείο στο σκοτάδι του σπιτιού. Ντοκ, χτυπάει, τί θέλει τώρα, κάνω πως δε καταλαβαίνω, τί να κάνω; Τίποτα δε θα κάνω. Τέλειωσαν οι μέρες των τραγουδιών, το ριγωτό σακάκι κρέμεται σα σφαχτό, απ΄το ΄30 τό΄χω, μυρίζει γεροντάματα, πικρό ιδρώτα, κάποια παλιά ξεθυμασμένα αρώματα, ντοκ, ντοκ, ντοκ. Έμπα λοιπόν, δεν αντέχω να σ΄ανοίξω, πάρε με και παρηγόρησέ με στα σκοτάδια, ας τελειώσει αυτός ο δρόμος, δε θέλω άλλο. Ότι αγάπησα, όσους αγάπησα με μάδησαν, με ξεφλούδισαν ως το μεδούλι, ντοκ, γρατζούνισμα στην πόρτα νευρικό, ανυπόμονο, σηκώθηκαν πλάγια τα σώματα στον αέρα, στριφογύρισαν, με κάρφωσαν. Δε μπορείς άλλο, ντοκ, να τα κορίτσια στα λευκά που κατέβαιναν να προϋπαντήσουν τη γιορτή της καρδιάς τους, φυσούσε τ΄αεράκι που ερχόταν απ΄τη θάλασσα και ντοκ, ντοκ, ντοκ, που νά΄ξεραν, μάνα, πως στο βυθό θα καταλήξουν με αίμα ανάμεσα στα πόδια τους... Γείρε στο σκοτάδι, γέρο-ανεμοδούρα, κανείς δε θα καταλάβει τίποτα, σε κανέναν δε θα λείψεις, γύρνα ψυχή στη γη, εκείνη τη γη, όχι, ντοκ, μη γυρνάς πίσω και θυμάσαι, αχνά είν΄όλα καθώς γέρνουν τα πανδοχεία, καθώς κουνιέται η βάρκα πάνω-κάτω, πέρα-δώθε, απ΄τη μιά ακτή στην απέναντί της κι άντε πάλι απ΄την αρχή, ντοκ, κλείσε τα μάτια με λευκή καρδιά, έτοιμος, χωρίς σύντροφο, γιά τις ερημιές που δε θα θωρείς ανθρώποι. Αυτός θα μπει κι αν δε του ανοίξεις. Εγώ είμαι πιά εδώ, φεγγίζω και δε θα σηκωθώ, να, γέρνω, ντοκ, να οι φωτοσημαντές κι οι λαμπαδόροι, το δρεπάνι σε λίγο θα βουίξει, θα λογχίσει το φως το λιγοστό της κάμαρης, νάτοι που γνέφουν απ΄το βυθό, τα γρι-γρι του Άδη, καθώς προς τα κάτω με έλκουν... ελκ...ελ...ε...--------

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Έν΄ασημένιο κουτάκι μ΄ένα κοκκαλάκι... (Nouros)

(ακολουθεί μιά προσπάθεια ιχνηλάτισης της ζωής του Νούρου)
Επειδή τα blogs μου δεν απευθύνονται μόνο σ΄αυτούς/ές που είναι μέσα στο ρεμπέτικο προλαβαίνω, ίσως, ένα πιθανό εσωτερικό σας ερώτημα. Γιατί, άραγε, η προσκόλληση και το ψάξιμο στις λεπτομέρειες της ζωής ενός τραγουδιστή/τριας; Γιατί δεν αρκούμαστε σ΄αυτό που μας έδωσε αλλά ψάχνουμε, ψαύουμε, ψαχουλεύουμε τη ζωή τους;
Οι απαντήσεις μπορούν νά΄ναι πολλές. Ουσιαστικά, η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι ένα γεγονός τελείως αδιάφορο, αν το δούμε μέσα σε μιά ολότητα. Ταυτόχρονα, αν και πιστεύω πως η ζωή μας δεν έχει μεγαλύτερη σημασία από μιάς ζέβρας, μιάς πικροδάφνης, μιάς καλέντουλας, ενός σπίνου ή μιάς σαρδέλας, υπάρχει κάτι ιδιαίτερο με τις ζωές των ανθρώπων, ή έτσι μας βολεύει να πιστεύουμε. Ιδιαίτερα απ΄τη στιγμή που κάναμε ένα βήμα έξω απ΄τη φύση και την παρατηρήσαμε.
Σαν άτυχο είδος που είμαστε, πορευόμαστε μόνοι/ες κι έρημοι/ες μέσα στο βίο μας. Διασκεδάζουμε κάπως τη μοναξιά μας με το να ενωθούμε με άλλα άτομα, να εξαρτηθούμε απ΄αυτά, να τ΄αγαπήσουμε. Τελικά όμως, μόνοι/ες μας είμαστε...
Κάποιοι/ες είναι πιό έντονα σημαδεμένοι/ες. Κάτι στον προγραμματισμό των γονιδίων μας, κάποια χαστούκια που εισπράξαμε πρώιμα, ο τρόπος που τα επεξεργαστήκαμε, αφήνουν κάποια ανεξίτηλα ίχνη που μας καθορίζουν γιά πάντα.
Κάπως έτσι βλέπω το Νούρο, αυτόν τον καλόκαρδο, τον μερακλή και μοναχικό μάγκα. Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη επιβεβαίωσης, ανάγκη να τον/την θυμούνται, ιδιαίτερα όταν πρόσφερε. Ο Νούρος ανήκει στις στρατιές των ανθρώπων που ξεχάσαμε.
Και αν πάω και παραπέρα, σε ευαίσθητες περιοχές, μου είναι δύσκολο να βγάλω απ΄το κεφάλι μου ότι η αίσθηση της ομοφυλοφιλίας του Νούρου έχει κάτι να κάνει με το γεγονός ότι ξεχάστηκε και πετάχτηκε στους σκοτεινούς κάδους της λήθης. Στο αντροκρατικό τοπίο που δεσπόζει στο ρεμπέτικο, αυτά τα θέματα είναι ταμπού και αντιμετωπίζονται με νευρικότητα και καχυποψία.
Είχε μιά ζωή ανακατεμένη, πότ΄εδώ και πότ΄εκεί. Αν δεν είχε αναγκαστεί να φύγει απ΄την πατρίδα του, απ΄την πόλη του, θα είχε μιά λογική ζωή. Θα τραγούδαγε, θα τον αγαπούσαν και εκτιμούσαν, θα γερνούσε σ΄ένα γνώριμό του περιβάλλον και θα έγερνε προς το σκοτάδι ήρεμα. Τον ξερίζωσαν όμως, του τσάκισαν τη ζωή του. Είχε μιά εξαίρετη φωνή που τον έσωσε. Τραγούδησε, τον θαύμασαν, έβγαλε λίρες πολλές, μπερδεύτηκε σε έρωτες με αρσενικά τσογλάνια που τον ταλαιπώρησαν. Φαίνεται στα μάτια του όλη αυτή η πίκρα.
Έτσι, πέρασε μιά ζωή. Δε πειράζει όμως. Τώρα είναι ήρεμος, ήσυχος μέσα στον κήπο του και η φωνή του ταξιδεύει. Κάποιοι, γιατί δε πιστεύω ότι υπάρχουν κάποιες, που μπορούν να διακρίνουν, τον ακούνε κι αυτό κάνει και τη δική τους τη ψυχή να ταξιδεύει...
Θά΄θελα, όπως κάναν κάποιοι παλιοί άνθρωποι, νά΄χα ένα μικρό κοκκαλάκι του. Θα τό΄βαζα σ΄ένα μικρό ασημένιο κουτάκι και θά΄λεγα, "εκεί μέσα είναι ο Νούρος μου". Θα το γυάλιζα το κουτάκι να μην οξειδώνεται και κάπου-κάπου, θα περνούσα το δάχτυλό μου απαλά, χαϊδεύοντας την επιφάνεια. Για να του στέλνω φωτεινά σήματα ότι δε τον ξεχνώ και τον ευγνωμονώ γιά την έκσταση που μου χάρισε...