Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Ο Νούρος στη σκάλα του ύπνου (1) (Nouros)

Τα μικρά παιδιά στην ηλικία των 3-4 χρονών, όταν τους διηγείσαι ιστορίες σε κοιτούν με ορθάνοιχτα μάτια. Όταν τελειώσει η ιστορία σου πετάνε ένα «πάλι» που σημαίνει, «πες την πάλι απ΄την αρχή» Γιατί; Γιατί χρειάζονται τη συνεχή επανάληψη γιά να εδραιώσουν μέσα τους όλες τις λεπτομέρειες.Χτες το βράδυ όταν πήγα γιά ύπνο, καταπώς το συνηθίζω, έβαλα τ΄ακουστικά κι ένα απ΄τα CD’s του Νούρου που με οδηγούν στη σκοτεινή και μαλακή σκάλα του ύπνου. Έλεγα, «ποιό να βάλω;» και γιά πολλοστή φορά ξανάβαλα ένα που αρχίζει με το «Όλο ούζο» κι ακολουθεί το «Παιχνιδιάρα μου γλυκειά».Μού΄πε η φωνή μες το κεφάλι μου, «μα, συνέχεια το ίδιο και το ίδιο ακούς...». Την αγνόησα και έκλεισα το φως...

Ο Νούρος στη σκάλα του ύπνου (2) (Nouros)

Το να περπατάς στους δρόμους μιάς πολύβουης πόλης με ακουστικά και Ipode, επειδή θες νά΄σαι στο δικό σου κόσμο, είναι μιά άμυνα.Οι Σαλονικιοί/ές και όλοι/ες που μένουν σε επαρχιακές πόλεις, κοντά στη θάλασσα ή σε βουνό, είναι τυχεροί/ές. Δυό βήματα πιό πέρα βρίσκεται η γαλήνη της θάλασσας, η άπλα των ήσυχων χωραφιών. Οι κακότυχοι/ες των πόλεων, ιδιαίτερα της Αθήνας, είναι εγκλωβισμένοι/ες σα ποντίκια.Το Ipod και τα παρόμοια, είναι μιά λύση. Το επόμενο βήμα θα πρέπει νά΄ναι μιά εφαρμογή virtual reality, σκοτεινά γυαλιά για να διακρίνεις μόνο θαμπές σιλουέτες και να μεταφέρεσαι σ΄ένα κόσμο της αρεσκείας σου. Οι επιλογές, αναρίθμητες...Το να βάζεις ακουστικά στο κρεβάτι του ύπνου, να κλείνεις το φως, ν΄αφήνεις το ένα σου χέρι να πιάσει μαλακά το άλλο και ν΄αφήσεις το Νούρο να σε κατεβάσει στο σκοτάδι του ύπνου, είναι μιά τελείως άλλη κατάσταση...

Ο Νούρος στη σκάλα του ύπνου (3) (Nouros)

Ο άνθρωπος αυτός είναι « ελεύθερος υπηρεσίας», παναπεί πέθανε στις 26 Μαϊου του 1972. Το μόνο του που έχει απομείνει είναι η βελούδινη, τρεμουλιαστή φωνή του που περνούσε με άνεση από το μαλακό και τρυφερό, σε βαρείς ανδρικούς τόνους. Ότι ήθελε έκανε με τη φωνή του ο Νούρος.Υπάρχει μιά σειρά από μανέδες που έχουν κάτι πολύ ιδιαίτερο. Πρώτα-πρώτα, είναι επιλεγμένοι συνειδητά. Αυτό δε μου το βγάζει κανείς απ΄το μυαλό. Ο Νούρος διάλεγε τους μανέδες του ο ίδιος. Και διάλεγε αυτούς που τα δίστιχά τους ταίριαζαν με τη ψυχή του, ή τα παράλασσε, ή έφτιαχνε καινούρια δικά του.Πολλοί έχουνε πει μανέδες. Φωνές υπέροχες, ακονισμένες στην παράδοση, εξασκημένες, υπηρέτησαν αυτό το είδος. Ο Νούρος όμως δε μοιάζει με κανένα τους. Αυτός έκανε το δικό του.Μέσα στην αίθουσα της φωνοληψίας ήταν με τους δυό μουσικούς του και μυσταγωγούσε. Η έτοιμη τεχνική της φωνής του μπορεί να με ξεγελάει, αλλά μου δίνει πολύ έντονα την εντύπωση ότι έμπαινε σε μιά διάφανη φούσκα κι έθιγε με λακωνικά δίστιχα τα δικά του βάσανα, το δικό του το σεβντά.Οι χαιρετισμοί στη διάρκεια των τραγουδιών ήταν συνηθισμένο φαινόμενο ανάμεσα στους Μικρασιάτες. Ο Ογδοντάκης, άνθρωπος μερακλής και ανοιχτόκαρδος, τον χαιρετούσε με κέφι, καθώς οργίαζε με το βιολί του. Με προσεκτικό άκουσμα των μανέδων, ξεχωρίζει κανείς εκείνες τις φορές που τον χαιρετούσε με βαθύ θαυμασμό, όπως και κάποιος άλλος που του λέει με σιγαλή φωνή σεβασμού, «γειά σου Νούρο».Μ΄όλ΄αυτά θέλω, ακόμα μιά φορά, να πω ότι πολλοί απ΄τους Μικρασιάτες χρησιμοποίησαν τη δισκογραφία γιά να περάσουν μηνύματα στους δικούς τους. Άμεσα ή έμμεσα. Έκφρασαν το παράπονό τους, ειρωνεύτηκαν τη μοίρα τους, έριξαν αδιόρατες μπηχτές στους Παλιοελλαδίτες. Ο Νούρος φαίνεται να ήταν μιά μοναχική περίπτωση. Ένας μοναχικός, πετυχημένος, αλλά και βασανισμένος τραγουδιστής.Του έχω δώσει ένα κήπο στην πόλη που τον γέννησε κι εκεί κάθεται τα βράδυα και λέει τα τραγούδια του, μαζί με το Γιαννάκι, τον Ογδοντάκη. Πίνουν τα ούζα τους, μασουλάν παστουρμάδες και κάποιοι, σα κι εμένα, που έχουν αυτά τα τραγούδια, τα χρησιμοποιούν σα δεκανίκια γιά να μαλακώνουν τις ψυχές τους και να κατεβαίνουν τις σκοτεινές σκάλες του ύπνου...